Από την μαζική κοινωνία και το κράτος, στην κοινότητα και την αναρχία

Πηγή: https://adamasto.squat.gr/

Μια περίοδος διαφορετική από οποιαδήποτε άλλη του παρελθόντος βρίσκεται σε εξέλιξη στον πλανήτη. Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από την μεγάλη ταχύτητα που πραγματοποιούνται οι ανθρώπινες δραστηριότητες, την μηχανοποίηση της ζωής, τον αυτοματισμό, την λεηλασία του φυσικού κόσμου και από την ολοένα και μεγαλύτερη εξάπλωση ενός πλέγματος από θεσμούς, νόμους και πρότυπα διαβίωσης που παγιδεύουν ανθρώπινους και μη πληθυσμούς της γης.  Ξεκινώντας από τον Καρτέσιο και τις «διαπιστώσεις» του περί ανθρώπων και ζώων μηχανών, ο ορθολογισμός και η πίστη στη πρόοδο των διαφωτιστών και της επιστήμης από την περίοδο της ευρωπαϊκής αναγέννησης, διαμόρφωσαν, παράλληλα με ένα σύνολο από άλλα ιστορικά γεγονότα την σημερινή πραγματικότητα.

Ο φυσικός κόσμος, ως ολότητα μέσα από τον φακό των ορθολογιστών και των επιστημόνων, έπρεπε να κατακερματιστεί για να αποτελέσει αντικείμενο μελέτης και εντέλει τις πρώτες ύλες για να πάρει μπρος η μεγάλη ιδέα της προόδου. Σήμερα, τα κατασκευάσματα της τεχνοεπιστήμης καθορίζουν όλο και περισσότερο τις φυσικές διεργασίες του οικοσυστήματος και την ζωή των ανθρώπων. Οι πόλεις διογκώνονται και το μπετόν εξαπλώνεται με ιδιαίτερη ευκολία. Οι ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι ταχείας κυκλοφορίας, όπως και το σιδηροδρομικό δίκτυο, επεκτείνονται συνεχώς, παράλληλα με την ασταμάτητη παραγωγή κι απόσυρση αυτοκινήτων. Δεκάδες χιλιάδες αεροπλάνα απογειώνονται καθημερινά και υπερωκεάνια εμπορικά πλοία διασχίζουν τις θάλασσες μεταφέροντας εμπορεύματα από την μια άκρη της γης στην άλλη. Μηχανοκίνητες αντλίες και πλατφόρμες στην θάλασσα αντλούν από τα βάθη της γης υδρογονάνθρακες, πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Πυρηνικά εργοστάσια ενισχύουν την μεγαμηχανή και την πρόοδο της. Η επινόηση της πράσινης παραγωγής ενέργειας ενισχύει την επέκταση της κυριαρχίας και των προτύπων υποδούλωσης. Καριερίστες επιστήμονες δουλεύουν στα εργαστήρια τους (συνήθως εις βάρος ζωντανών πλασμάτων) ψάχνοντας λύσεις για το πώς να επεκταθεί το σύστημα.

Παρά την όλη θριαμβολογία των φερέφωνων-μηχανισμών της κυριαρχίας για τις αξιώσεις του δυτικού πολιτισμού, η πραγματικότητα είναι πολύ θλιβερή. Η παγκόσμια επέλαση του δυτικού πολιτισμού είναι μια πορεία στα τυφλά, που στην πραγματικότητα οδηγεί στην διαιώνιση των σχέσεων εξουσίας και την καταστροφή. Η δε κυριαρχία επί της φύσης δεν είναι παρά μια αλαζονική, επίπλαστη και αμφισβητήσιμη κατάσταση που βασίζεται σε μερικές μόνο επιστημονικές γνώσεις που αδυνατούν να συλλάβουν την συνολική λειτουργιά του οικοσυστήματος, το θαύμα και την χαρά της ζωής. Μερικά επιστημονικά αξιώματα με μπόλικη ιδεολογική σάλτσα της κυριαρχίας είναι αδύνατο να εγγυηθούν την αιώνια εκμετάλλευση πάνω σε ένα πλανήτη όπου η αναρχία είναι σύμφυτη μαζί του.

Αναγκαστικά, για να μπορέσουμε να προτάξουμε και να αντιπροτείνουμε κάτι ενάντια στη σύγχρονη συγκυρία του ελέγχου και της εκμετάλλευσης, θα πρέπει να ανατρέξουμε στο παρελθόν της ανθρώπινης ύπαρξης σε μια προσπάθεια να απαντήσουμε όσο μπορούμε σε κάποια ερωτήματα. Από πού προέρχεται ο άνθρωπος και ποιος είναι άραγε ο ρόλος του πάνω στη γη; Ποιος ήταν ο τρόπος οργάνωσης της ζωής των ανθρώπων και γιατί επιβίωσε ως είδος τόσα εκατομμύρια χρόνια; Βέβαια δεν είναι σκοπός του κειμένου να απαντήσει σε αυτά τα ερωτήματα, αλλά αποτελούν άξονες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κάθε φορά που μιλάμε για απελευθέρωση, ειδικά σε μια τέτοια αλλοπρόσαλλη εποχή στην οποία βασιλεύει η εικονική πραγματικότητα και που η αλήθεια δύσκολα διακρίνεται.

Τι είναι τελικά ο άνθρωπος; Ανατρέχοντας στην μυθολογική κοσμολογία που ανέπτυξαν οι διάφοροι πολιτισμοί του παρελθόντος (Βαβυλωνιακός, Αιγυπτιακός, Εβραϊκός) διαπιστώνουμε ότι σχεδόν όλοι δίνουν μια κοινή επεξήγηση της δημιουργίας του ανθρώπου: την στιγμή που ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο από το χώμα. Ακόμα, αν ψάξουμε την εννοιολογική ρίζα της λατινικής λέξης «homo» που σημαίνει άνθρωπος, βρίσκουμε την ρίζα της στη ελληνική λέξη χώμα. Η σύγχρονη επιστήμη αποδεικνύει ότι ο άνθρωπος όπως και οι υπόλοιποι ζωικοί και φυτικοί οργανισμοί προέρχονται μέσα από τις φυσικές διαδικασίες εξέλιξης πάνω στη γη, μέσα από τα βάθη εκατομμυρίων χρόνων. Ο άνθρωπος είναι ένα ζώο με τις δικές του ιδιαιτερότητες που πάντα ζούσε ενσωματωμένος στον φυσικό κόσμο, αλληλεπιδρώντας με τα άλλα φυσικά στοιχεία και είδη. Γνώσεις οι οποίες ήταν δεδομένες σε απολίτιστες φυλές που συμβίωναν με τη φύση σκεπάζονται με τόνους ιδεολογίας για την επικράτηση της κυριαρχίας.

Στον σύγχρονο κόσμο μπορεί οι υποδείξεις της επιστήμης να δηλώνουν «το αυτονόητο», παρ’ όλα αυτά επικρατεί ο ανθρωποκεντρισμός και οι ιδέες περί ανωτερότητας του ανθρώπινου είδους έναντι του υπόλοιπου φυσικού κόσμου, αντιλήψεις οι οποίες είναι θεοκρατική κληρονομιά. Το κράτος για να υπάρχει πρέπει να διατηρεί το διαχωρισμό των ανθρώπων από την φύση, είτε μιλάμε για υλικό διαχωρισμό είτε για πνευματικό. Γι’ αυτό φροντίζει να συντηρεί στερεότυπες αντιλήψεις, όπως αυτή που λέει ότι στη φύση επικρατεί ο πόλεμος όλων εναντίων όλων.

Για να επικρατήσει ο πολιτισμός έπρεπε να διαχωριστεί ο άνθρωπος από την γενέτειρα του την φύση. Για αυτή την διαδικασία έπρεπε να διαμεσολαβήσει το κράτος και η εκκλησία (θρησκευτική εξουσία) ενώ στον σύγχρονο κόσμο προστέθηκε και το τεχνολογικό σύστημα (ενώ αποδυναμώθηκε ο ρόλος της εκκλησίας).

Αυτό που εμποδίζει ο πολιτισμός είναι ακριβώς η αμεσότητα, η σύνδεση και η αλληλεπίδραση του ανθρώπου με την φύση έξω από νόμους. Επειδή η αρμονική συνύπαρξη του ανθρώπου με την φύση χωρίς την διαμεσολάβηση των θεσμών της κυριαρχίας (πχ ιδιοκτησία), είναι αυτό που θα απελευθέρωνε τους ανθρώπους από την εξάρτηση με τους μηχανισμούς της εξουσίας.

Οι άνθρωποι που έζησαν χωρίς κράτος γνώριζαν πολύ καλά τα μυστικά της φύσης που τους περιέβαλε, όπως επίσης αντιλαμβάνονταν άμεσα την διασύνδεση της ζωής τους με αυτή. Ήταν τόσο στενή η σχέση τους που συνήθως οι άνθρωποι αυτοί ιεροποιούσαν τα στοιχεία της φύσης ή τους έδιναν θεϊκή υπόσταση. Η κατάσταση αυτή δεν συνέβαινε λόγω κάποιας οπισθοδρόμησης, όπως μπορεί να ισχυριστεί κάποιος πολιτισμένος σήμερα, αλλά μάλλον λόγω μιας βαθιάς γνώσης που δεν έχει σχέση με τον ορθολογισμό του πολιτισμού. Πολλές φυλές και κοινότητες απέτρεπαν ηθελημένα την δόμηση εξουσίας μέσα από τον τρόπο ζωής τους και την κουλτούρα τους. Δεν ήταν απλά κοινότητες χωρίς κράτος, αλλά και ενάντια στο κράτος. Με αυτό τον τρόπο εξασφάλιζαν την δική τους ελεύθερη διαβίωση, των απογόνων τους και τη βιωσιμότητα της φύσης για χιλιάδες χρόνια.

Ο άνθρωπος ως αναπόσπαστο κομμάτι της φύσης έχει εξελιχθεί και διαμορφωθεί ως ξεχωριστό είδος μαζί με την υπόλοιπη φύση. Ακόμα και η συμπεριφορά και η ψυχολογία είναι πλευρές της ανθρώπινης υπόστασης που εξελίχθηκαν και διαμορφώθηκαν μέσα στη φύση σε ένα βάθος πολλών χρόνων. Το χρώμα του δέρματος, ο σωματότυπος, οι λειτουργίες του οργανισμού μας, ο βιορυθμός του σώματος μας ακόμα και οι σεξουαλικές μας ρυθμίσεις, είναι λειτουργίες του ανθρώπινου οργανισμού που διαπλάστηκαν αλληλεπιδρώντας με τα φυσικά στοιχεία και φαινόμενα.

Η μακροχρόνια παρουσία του ανθρώπου πάνω στη γη δεν ήταν στρωμένη με ροδοπέταλα. Ο άνθρωπος διαβίωσε και διήλθε μέσα από γεωλογικές αντιξοότητες και ραγδαίες μεταβολές του κλίματος και άλλων φυσικών φαινομένων που τον απειλούσαν. Όμως η αλήθεια είναι ότι η φύση δεν ήταν πάντα απειλητική απέναντι στον άνθρωπο, παρά μόνο σε ορισμένες περιόδους, όπως στην περίοδο των παγετώνων. Η φύση δεν ήταν ποτέ ο εχθρός και ο αντίπαλος του ανθρώπου. Κάθε άλλο, ο φυσικός κόσμος ήταν αυτός που του εξασφάλιζε την ζωή και την ύπαρξη του παρά τις αντιξοότητες. Θα ήταν άστοχο να ισχυριστεί κάποιος ότι η ζωή των ανθρώπων πριν τον πολιτισμό ήταν γεμάτη κακουχίες και φόβο μπροστά στη δύνη της άγριας φύσης. Οι περίοδοι όπου επικράτησαν ακραία καιρικά φαινόμενα στη γη ήταν μικρά σε σχέση με την μακρόχρονη σταθερότητα και την αφθονία της χλωρίδας και της πανίδας.

Τέτοια περίοδος σταθερότητας μέσα στην οποία ο άνθρωπος μπορεί να διαβιώσει άνετα είναι και η περίοδος που ζούμε (μεσοπαγετώδης). Σε αυτή τη περίοδο οι άνθρωποι θα μπορούσαν να έχουν μόνο μια ζωή ελεύθερη και άναρχη, μέσα σε ένα φιλόξενο περιβάλλον με αφθονία τροφής. Είναι προβληματική και αντιφατική η άποψη η οποία ισχυρίζεται ότι ο πολιτισμός εξασφάλισε την ασφάλεια των ανθρώπων από την άγρια φύση. Επειδή η κυριαρχία αναπτύχθηκε και εξελίχθηκε μέσα σε μια περίοδο με συνθήκες ευνοϊκές για να ζήσει ο άνθρωπος. Ο πολιτισμός και η κυριαρχία επιβάλλονται μέσα από την επικράτηση του φόβου, της ανασφάλειας, της εξάρτησης και ενάντια σε κάθε έννοια της ελευθερίας και της αλήθειας.

Δισεκατομμύρια άνθρωποι στις τσιμεντουπόλεις βρίσκονται εκτεθειμένοι απέναντι σε ακραία φυσικά φαινόμενα όπως οι σεισμοί. Ο πολιτισμός με την τελευταία του βιομηχανική-τεχνολογική έκφανση όχι μόνο δεν προστατεύει τους ανθρώπους από τα φυσικά φαινόμενα, αλλά δημιουργεί τεράστια προβλήματα βιωσιμότητας των μέχρι τώρα σταθερών φυσικών συνθηκών (καταστροφή των δασών, της βιοποικιλότητας, των ωκεανών, μόλυνση της ατμόσφαιρας, λιώσιμο πάγων, κτλ). Τοξικές και καρκινογόνες ουσίες αρρωσταίνουν τους ανθρώπους, ενώ στο παρελθόν εκατομμύρια άνθρωποι εξοντώθηκαν από τις ασθένειες που αναπτύχθηκαν στις πόλεις. Ο πόλεμος και η μαζική εξόντωση από σύγχρονα όπλα μαζικής καταστροφής είναι μια διαρκείς απειλή για τους ανθρώπους ανά τον κόσμο, επειδή, δεν μπορεί να νοηθεί πολιτισμός χωρίς το κράτος, κράτος δίχως στρατό και στρατός χωρίς τεχνολογία πολέμου με όλα τα συναφή και συνεπακόλουθα.

Αν η φύση ήταν πάντα απειλητική και τρομοκρατούσε τον άνθρωπο, όπως διαδίδει η κυριαρχία, τότε οι άγριες φυλές και οι ιθαγενείς θα έπρεπε να παραδίνονταν μετά χαράς και να εκλιπαρούσαν τους πολιτισμένους αποικιοκράτες να τους κατακτήσουν και να τους εκπολιτίσουν. Το αντίθετο όμως γινόταν και γίνεται ακόμα, οι άγριες φυλές προσπαθούν να διατηρήσουν τον τρόπο ζωής τους αποφεύγοντας την επαφή με τον πολιτισμό και μόνο με την βία και τον εξαναγκασμό εκπολιτίζονται. Για παράδειγμα, στην ζούγκλα του Αμαζονίου για δεκάδες χιλιάδες χρόνια διαβιούν φυλές απορρίπτοντας τον πολιτισμό και τα δεινά του εκπολιτισμού, που τους απειλεί τους τελευταίους αιώνες. Έτσι, παραμένουν συνδεδεμένοι με την γη που τους τρέφει και τους χαρίζει την ελευθερία τους.

Η αγελαία περιπλάνηση και η δημιουργία κοινοτήτων είναι η κατάσταση η οποία χαρακτηρίζει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής των ανθρώπων στη γη. Η συνεχής μετακίνηση και η εγκατάσταση σε συγκεκριμένη εδαφική περιοχή προερχόταν έμφυτα από το ένστιχτο της αυτοσυντήρησης, για την εξασφάλιση της τροφής, την αποφυγή κάποιου κινδύνου ή για την πρόσμιξη με άλλες φυλές και την αναπαραγωγή (επιμιξία). Η μετανάστευση σε μακρινές περιοχές δεν ήταν η καθημερινότητα των προγόνων μας αλλά ήταν μια διαδικασία που εξελισσόταν μέσα στους αιώνες. Η σταθεροποίηση των καιρικών συνθηκών επέτρεψε στους ανθρώπους να δημιουργήσουν κοινότητες σε συγκεκριμένες εδαφικές περιοχές στις οποίες αφθονούσαν τα αγαθά που θα τους βοηθούσαν να ζήσουν.

Ο πολιτισμός επιβλήθηκε επωφελούμενος από τις ευνοϊκές συνθήκες που επικρατούσαν και επικρατούν ακόμα στην επιφάνεια της γης. Παρενέβη έτσι στην φυσική εξέλιξη της ζωής που χαρακτηριζόταν από την απουσία οργανωμένης εξουσίας. Με λίγα λόγια ο πολιτισμός δεν είναι ένα κατόρθωμα εις βάρος μιας βρώμικης και δολοφονικής φύσης αλλά, είναι η συνολική εκμετάλλευση και καταστροφή των ευνοϊκών φυσικών συνθηκών για μια ελεύθερη και ήσυχη ζωή, που ακόμα υπάρχουν αυτή την περίοδο της ζωής του πλανήτη.

Αν σκεφτούμε τι καταστροφές μπορεί να προκαλέσει ένας δυνατός σεισμός, πόσοι άνθρωποι θα σκοτωθούν στις πόλεις, πόσες καταστροφές θα προκύψουν σε πυρηνικά ή πετρελαϊκά εργοστάσια με την αναμενόμενη μόλυνση της φύσης και από ένα επακόλουθο λιμό, μόνο τότε θα φανεί πόσο εκτεθειμένοι είμαστε απέναντι στα αναπάντεχα της φύσης υπό την κυριαρχία του κράτους το οποίο θα αποδιοργανωθεί πλήρως σε μια τέτοια κατάσταση.

Για τις κοινότητες και φυλές με τις οποίες ήρθαν σε επαφή εδώ και τέσσερις με πέντε αιώνες οι αποικιοκράτες ή άλλοι ευρωπαίοι ιεροκήρυκες και περιηγητές, μαθαίνουμε από όσα έχουν καταγραφεί ότι δεν υπήρχε κράτος, νόμος, ιδιοκτησία, χρόνος και έντονος καταμερισμός εργασίας. Ως επί το πλείστον, οι μόνιμα εγκατεστημένες σε μια εδαφική περιοχή κοινότητες, που υπήρξαν και υπάρχουν ορισμένες μέχρι σήμερα, είχαν κάποιου είδους οικιακή καλλιέργεια που τους εξασφάλιζε την τροφή τους, χωρίς να επεμβαίνουν καταστροφικά στο οικοσύστημα. Φυλές και κοινότητες, νομαδικές ή μη, χαρακτηρίζονταν κυρίως από την απλότητα του τρόπου ζωής τους, την ελεύθερη χωρίς εξαναγκασμό δραστηριότητα και από την αλληλοβοήθεια μεταξύ των μελών τους. Η ύπαρξη κάποιου κεντρικού προσώπου σε αυτές τις κοινότητες είχε εντελώς άλλο ρόλο από αυτόν που έχουμε ως εικόνα για το κράτος και την εξουσία σήμερα. Βέβαια, οι κοινότητες αυτές δεν είχαν ένα κοινό καλούπι οργάνωσης, αλλά κάθε μια είχε την δική της εσωτερική ρύθμιση και νοοτροπία. Το μόνο σίγουρο είναι ότι όλες αυτές οι φυλές και κοινότητες είχαν άμεσες διαπροσωπικές σχέσεις και ήταν ελεύθερες, χωρίς να ξέρουν τι είναι θεσμοί και νόμοι ενός κράτους. Τέτοιες κοινότητες είχαν αναπτύξει τις γνώσεις για να αντιμετωπίζουν οποιοδήποτε πρόβλημα είχαν σε σχέση με την υγεία τους, την ένδυση και την διατροφή τους. [1]

Κοινότητες οι οποίες ζούσαν με αυτάρκεια και δίχως κράτος υπήρξαν παράλληλα καθ’ όλη τη διάρκεια του πολιτισμού. Πολλά παραδείγματα τέτοιων κοινοτήτων βρίσκουμε την εποχή του μεσαίωνα στην Ευρώπη.[2] Αλλά και στον εδαφικό χώρο της Ελλάδας τέτοιες κοινότητες υπήρξαν όχι πολύ πίσω στο χρόνο. [3]

Από αναρχική οπτική δεν είναι δυνατό να ταυτιστούμε πλήρως με οποιαδήποτε συμπεριφορά ή τον τρόπο οργάνωσης της όποιας κοινότητας. Δεν είναι σκοπός μας να εξιδανικεύσουμε την έννοια της κοινότητας. Όμως, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το σύνολο της ελεύθερης ανθρώπινης κοινοτικής εμπειρίας που αποτελεί ένα γεγονός μακροχρόνιο. Σήμερα στην εποχή της παγκοσμιοποιημένης κυριαρχίας, των κρατών, της υψηλής τεχνολογίας και βέβαια των τεράστιων δυσμενών καταστάσεων που προκαλούν όλα αυτά, δεν έχουμε παρά να εμπνευστούμε και να διδαχτούμε από τον τρόπο που έζησαν οι άνθρωποι σε ελεύθερες κοινοτικές συνθήκες για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Κι αυτό γιατί μόνο μέσα από απλές διαπροσωπικές σχέσεις, αδιαμεσολάβητες από νόμους και με υλική αυτάρκεια μπορεί να είναι ο άνθρωπος ελεύθερος, χωρίς να καταστρέφει τον φυσικό κόσμο.

Η κοινότητα και η ελεύθερη ομαδοποίηση δίνει την ευκαιρία στους ανθρώπους να αναπτύξουν σχέσεις αμεσότητας, συντροφικότητας, αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας. Ο μικρός αριθμός των ανθρώπων μιας κοινότητας τους βοηθάει να αποφασίζουν από κοινού και να συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δραστηριότητα, χωρίς εξειδίκευση και αυθεντίες.

 

Πολιτισμός, κράτος και μαζική κοινωνία πάνε μαζί…

Μια κοινότητα σίγουρα διαφέρει από τη μαζική κοινωνία του πολιτισμού, η οποία αναπαράγει εξ ορισμού αλλοτριωμένες σχέσεις. Το ότι η μαζική κοινωνία επικρατεί σήμερα δεν σημαίνει κιόλας ότι η κοινότητα είναι κάτι το ξεπερασμένο, το οπισθοδρομικό ή το αντικοινωνικό. Κάθε άλλο, στην κοινοτική ζωή μπορούν να αναδειχθούν όλα τα χαρακτηριστικά της αυθεντικής συνύπαρξης, της ατομικότητας και κοινωνικότητας των ανθρώπων. Χαρακτηριστικά που καταστέλλονται από τους θεσμούς του κράτους στη μαζική κοινωνία.

Η επιβολή του κράτους, είτε προήλθε από την καθυπόταξη και την ενοποίηση κοινοτήτων από άτομα προερχόμενα από το εσωτερικό τους, είτε από τις επιδρομές εναντίον των κοινοτήτων και την κατάκτηση τους από άλλα ξένα άτομα, ήταν η αφετηρία για την παράλληλη δόμηση της μαζικής κοινωνίας.

Η χρησιμοποίηση της λέξης «μαζική» δεν αναδεικνύει μόνο την μεγάλη αριθμητική διαφορά της μαζικής κοινωνίας από τον αριθμό των ατόμων μιας κοινότητας. Αλλά και τις αλλοτριωμένες, διαμεσολαβημένες κοινωνικές σχέσεις και την ομογενοποίηση της διαφορετικότητας με την επιβολή μαζικών κοινωνικών προτύπων και μαζικών διαδικασιών.

Η μαζική κοινωνία διαμορφώνεται ταυτόχρονα εκεί όπου δομείται και επιβάλλεται το κράτος. Οι διαφορές της από μια κοινότητα, η οποία δεν ελέγχεται από κάποιο κράτος, είναι πάρα πολλές. Το μέγεθος τους δεν είναι η μοναδική διαφορά τους. Μιλάμε προφανώς για απελευθερωμένες κοινότητες οι οποίες έχουν αυτάρκεια υλικών αγαθών και δεν εξαρτώνται από εξωγενή κέντρα αποφάσεων ή μαζική παραγωγική διαδικασία. Οι σχέσεις των ανθρώπων δεν διέπονται από νόμους, αλλά προέχει η ελευθερία και η απόλαυση της ζωής. Σε αντίθεση με τη μαζική κοινωνία η οποία έχει ανάγκη όπως και να χει ένα κεντρικό μηχανισμό, ο οποίος θα πρέπει να ρυθμίζει και να επιβάλλει το νόμο για να λειτουργήσει συντεταγμένα ο καταμερισμός εργασίας και γενικά οι υπηρεσίες και η παραγωγή.

Η δόμηση κράτους και η διαμόρφωση της μαζικής κοινωνίας δεν θα προέκυπταν εάν δεν υπήρχαν ταυτόχρονα μια αλυσίδα από γεγονότα, όπως η εξημέρωση ζώων και φυτών, η συστηματοποίηση της γεωργίας, το κτίσιμο οχυρωμένων πόλεων και η ύπαρξη εκμεταλλευτών και εκμεταλλευόμενων. Από την στιγμή που σχηματίζεται το κράτος, ακολουθεί η υποδούλωση και η εκμετάλλευση άλλων ελεύθερων κοινοτήτων.

Θα ήταν αδύνατο μέχρι τώρα να μιλάμε για κράτος δίχως την συγκέντρωση μεγάλου πληθυσμού σε μια εδαφική περιοχή και την ύπαρξη πόλης. Μιλώντας όμως, για τα πρώτα κράτη μιλάμε ευθέως για πόλεις-κράτη. Από τότε η πόλη και τα περίχωρα της είναι ο ζωτικός χώρος της μαζικής κοινωνίας. Οι πόλεις-κράτη διαμεσολάβησαν στην αργή φυσική εξέλιξη των ανθρώπινων κοινοτήτων επιβάλλοντας νόμους και θεσμούς. Μέσα στους αιώνες ο κρατικός μηχανισμός πήρε διάφορες μορφές, μέσα σε διάφορα οικονομικά συστήματα. Παρά τις όποιες μορφές του, με την χρήση της βίας, των νόμων και των θεσμών, το κράτος διαχώριζε τον χώρο της πόλης και της υπαίθρου. Ο εξαναγκασμός του μεγάλου πληθυσμού της υπαίθρου να δουλεύει για να θρέφονται οι κάτοικοι-πολίτες της πόλης, όπως και οι μηχανισμοί του κράτους ήταν κανόνας. Η εκμετάλλευση των αγροτών στην ουσία ενδυνάμωνε την πολεμική μηχανή και το κύρος του κράτους στον επεκτατικό του πόλεμο και τον εκμεταλλευτικό του ρόλο.

Στον δυτικό πολιτισμό ο μετασχηματισμός και η εξάπλωση των κρατών και γενικά της κυριαρχίας ήταν ραγδαία. Οι επιστημονικές ανακαλύψεις και οι τεχνολογικές εφαρμογές τους, με την εκβιομηχάνιση της παραγωγής ίσως την πιο κομβική στιγμή, μετασχημάτισαν την κυριαρχία δίνοντας στον μηχανισμό του κράτους μεγαλύτερες δυνατότητες ελέγχου και επέκτασης.

Οι φιλοσοφικές απόψεις των διαφωτιστών γύρω από την υπέρτατη αξία της προόδου και η άνοδος της αστικής τάξης η οποία επικύρωσε αυτές τις αντιλήψεις αρχικά στην Ευρώπη, οδήγησαν σε ταχύτατες αλλαγές και εν τέλει σε ένα νέο τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας. Η ραγδαία αστικοποίηση, που επήλθε σχεδόν ταυτόχρονα με την εκβιομηχάνιση της παραγωγής, ήταν η αρχή της επιβολής ενός μαζικού προτύπου ζωής, κατακερματισμένων διαδικασιών και νέων διαχωρισμών. Την αστικοποίηση της Δυτικής Ευρώπης και των ΗΠΑ ακολούθησαν και άλλες χώρες ταυτόχρονα με την εκβιομηχάνιση τους.

Αν κοιτάξουμε τους τελευταίους αιώνες, θα δούμε ότι η μαζική κοινωνία μεγάλωσε ταχύτατα λόγω της αστικοποίησης και της εκμηχάνισης που μεθόδευσε η κυριαρχία. Η μαζική κοινωνία και οι πόλεις δεν υπήρχαν στο βαθμό που υπάρχουν σήμερα, ειδικά πριν την βιομηχανική επανάσταση. Μόλις το 1800, στην Ευρώπη, οι πόλεις που είχαν πληθυσμό πάνω από εκατό χιλιάδες ανθρώπους ήταν 22, ενώ από αυτές ελάχιστες ξεπερνούσαν τις διακόσιες χιλιάδες. Αντίθετα σήμερα σε όλο τον πλανήτη υπάρχουν πόλεις πολλών εκατομμυρίων, ενώ ο μισός πληθυσμός της Γης είναι συγκεντρωμένος στις πόλεις.

Η επίδραση των τεχνολογικών μέσων στην ζωή των ανθρώπων, όπως και στο σώμα του πλανήτη, ήταν και είναι τεράστια μετά την βιομηχανική επανάσταση. Οι μηχανές, αρχικά με την χρήση του ξυλάνθρακα αντικατέστησαν κατά χιλιάδες τα εργατικά χέρια. Παράλληλα, νέες μορφές εκμετάλλευσης και ελέγχου αναδείχθηκαν και ο φυσικός κόσμος αρχίζει να καταστρέφεται εντατικά.

Τα τεχνολογικά μέσα διευκόλυναν την επέκταση του πολιτισμού και της κυριαρχίας επιβάλλοντας νέα πρότυπα κοινωνικής οργάνωσης σε περιοχές στις οποίες οι άνθρωποι ζούσαν στους ρυθμούς της υπαίθρου και της φύσης γενικότερα.

Με την αστικοποίηση χάνεται η άμεση επαφή με τον φυσικό κόσμο και η όποια διαβίωση χωρίς την εξάρτηση από το κράτος. Παράλληλα, με την εφεύρεση των μηχανοκίνητων μεταφορικών μέσων διευκολύνεται ο έλεγχος από το κράτος των κοινοτήτων και των ανθρώπων της υπαίθρου.

Η βιομηχανική παραγωγή, όπως και όλες οι υπηρεσίες του τριτογενούς τομέα παραγωγής στις σύγχρονες πόλεις, απαιτούν συγκεκριμένες ρυθμίσεις. Η πειθαρχία στους κανόνες της πόλης και της παραγωγής, ο καθορισμός των φυσικών κινήσεων και λειτουργιών του ανθρώπου, ο συγχρονισμός και προγραμματισμός ολόκληρης της μαζικής κοινωνίας είναι προϋποθέσεις για την εύρυθμη λειτουργία του βιομηχανικού συστήματος.

Μόνο ένας κρατικός μηχανισμός μπορεί να ρυθμίσει ένα σύνολο από διεθνείς συμβάσεις οι οποίες θα εξασφαλίζουν την τροφοδοσία της μαζικής κοινωνίας και των πόλεων με ενέργεια και νέα τεχνολογία, έτσι ώστε να λειτουργεί το σύστημα. Το κράτος και μόνο αυτό μπορεί να επιβάλλει την τάξη στο εσωτερικό της χώρας, όπως και να διευθύνει και να επιβάλλει διάφορους μηχανισμούς και θεσμούς που εξυπηρετούν το υπάρχον.

Έτσι όπως δομήθηκε η σημερινή συγκυρία μέσα στη μαζική κοινωνία την οποία ζούμε, κάθε θεσμός και λειτουργία του κράτους είναι κομβικής σημασίας για την ύπαρξη του συστήματος. Ο συστηματοποιημένος καταμερισμός εργασίας και η εξειδίκευση έχει ως συνέπεια την πολυπλοκότητα των ρόλων, των ιδιοτήτων και των σχέσεων των ανθρώπων. Ο συγχρονισμός και ο συνεχής εκσυγχρονισμός της μαζικής κοινωνίας είναι μονόδρομος για την αναπαραγωγή του συστήματος.

Όλο αυτό το εξουσιαστικό πλέγμα είναι αδύνατο να αλλάξει σε μερικό επίπεδο ή να μεταρρυθμιστεί προς μια απελευθερωτική προοπτική, επειδή αποτελείται από αλληλεξαρτώμενα μέρη. Το κράτος και η μαζική κοινωνία σήμερα υπάρχουν μόνο χάρη στην πλήρη αλληλεξάρτηση τους.

Υπάρχει η άποψη που υποστηρίζει ότι το κράτος ταυτίζεται με τη μαζική κοινωνία. Υπάρχει και μια δεύτερη άποψη η οποία θεωρεί ότι το κράτος διαχωρίζεται απόλυτα από τη μαζική κοινωνία. Στην πραγματικότητα όμως, η μαζική κοινωνία ούτε ταυτίζεται, ούτε μπορεί να διαχωριστεί από τον θεσμό του κράτους ως αυθύπαρκτο μόρφωμα. Επειδή μαζική κοινωνία και κράτος υπάρχουν χάριν στην αλληλεξάρτησή τους, για αυτό και έχουν κοινή ιστορία, την ιστορία του πολιτισμού.

Όταν μιλάμε για τους ανθρώπους που αποτελούν την μαζική κοινωνία, στους οποίους επιβάλλεται το κράτος, δεν μιλάμε απλά για φυσικές οντότητες που συνάπτουν μεταξύ τους ελεύθερες σχέσεις. Μιλάμε για εξατομικευμένα πρόσωπα, φορείς κάποιων ρόλων και ιδιοτήτων. Μιλάμε για πολίτες με δικαιώματα και υποχρεώσεις, για ιδιοκτήτες, για ψηφοφόρους, για εργάτες ή εργοδότες, για καταναλωτές, για κρατικούς ή ιδιωτικούς υπάλληλους, για αξιωματούχους και εντολοδόχους. Ουσιαστικά μιλάμε για ένα πλέγμα διάχυτων εξουσιαστικών σχέσεων και ρόλων που στηρίζονται αλλά και στηρίζουν τη κρατική μηχανή και την μαζική εξουσιαστική κοινωνία. Υπό συνθήκες μη ύπαρξης κράτους και θεσμών, ουδέποτε οι άνθρωποι θα ανέπτυσσαν τους ρόλους που επιβάλλει η κυριαρχία και ούτε θα έφτιαχναν μορφώματα όπως είναι η μαζική κοινωνία, η οποία δομείται και στηρίζεται στους θεσμούς και τους νόμους που επιβάλλει και αναπαράγει η κρατική μηχανή. Αντί αυτού οι άνθρωποι θα δημιουργούσαν ελεύθερες αδιαμεσολάβητες σχέσεις και κοινότητες, όπως έκαναν πριν την επιβολή του κράτους.

Όσο το κράτος διαιωνίζει και απλώνει τους νόμους και τους θεσμούς του, τόσο εγκλωβίζονται στο πλέγμα του οι ανθρώπινες σχέσεις. Η φυσική εξέλιξη των πραγμάτων παίρνει λανθάνουσα τροπή, η ελεύθερη κοινότητα εξαλείφεται και η μαζική κοινωνία διογκώνεται και επεκτείνεται.

Πιο ισχυρό μέσο από την τεχνολογική πρόοδο για την επέκταση και εδραίωση των θεσμών και των νόμων του κράτους δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Η πολυπλοκότητα της βιομηχανικής παραγωγής, του καταμερισμού εργασίας και η εξειδίκευση που απαιτείται, αντικατοπτρίζουν στις μέρες μας την μηχανοποίηση του τρόπου ζωής και τους μηχανισμούς του κράτους. Η ανθρώπινη ύπαρξη μετατρέπεται σε γρανάζι και η μαζική κοινωνία προσομοιάζεται με εργοστάσιο που τον κεντρικό ρυθμιστή και επιβλέποντα ρόλο έχει το κράτος.

Σήμερα δεν υπάρχουν «κλειστά» κράτη, αλλά ένα παγκόσμιο σύμπλεγμα εξουσίας. Με την πολεμική βιομηχανία, τα υπερσύγχρονα μέσα μεταφοράς και τις τηλεπικοινωνίες, το «κοινωνικό εργοστάσιο» έχει επεκταθεί έξω από τα σύνορα του μεμονωμένου κράτους. Το οικονομικό σύστημα και ο οικονομισμός πειθαρχούν και διευκολύνουν την επέκταση της ενιαίας κυριαρχίας.

Σε αυτή την παγκοσμιοποιημένη συγκυρία η κάθε χώρα έχει και τον δικό της ρόλο και οικονομική θέση, έτσι όπως καθορίστηκε μέσα από τα διάφορα ιστορικά γεγονότα σε ένα βάθος χρόνου (πχ αποικιοκρατία). Οι οικονομικές διαφοροποιήσεις και η εκμετάλλευση αλλάζουν από χώρα σε χώρα, με αποτέλεσμα να μιλάμε για ανεπτυγμένες χώρες και αναπτυσσόμενες χώρες του Τρίτου κόσμου. Κάποιες χώρες παίζουν τον ρόλο του καταναλωτή προϊόντων που παράγονται σε φτωχές χώρες υπό την εξουσία πολυεθνικών εταιριών. Υπάρχουν χώρες οι οποίες παράγουν πυρηνικά απόβλητα και χώρες που παίζουν τον ρόλο του εισαγωγέα πυρηνικών απόβλητων. Ακόμα, υπάρχουν χώρες όπου η φτώχεια προσδιορίζεται από το ότι κάποιος δεν έχει χρήματα να αγοράσει τηλεόραση ή αμάξι, ενώ σε άλλες χώρες από το αν κάποιος λιμοκτονεί ή όχι.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο δομείται συνεχώς μπροστά μας μια κατάσταση παγκοσμιοποιημένου ελέγχου και αλληλεξάρτησης, όπου τα κράτη ενοποιούνται μέσω της οικονομίας και της τεχνολογίας. Παράλληλα ο τρόπος ζωής μας καθορίζεται και διαμορφώνεται από αυτή την αλληλεξάρτηση. Μια παγκόσμια μαζική κοινωνία, στην οποία οι οικονομικές διαστρωματώσεις και τάξεις διαφαίνονται πιο ξεκάθαρα όχι στο εσωτερικό μιας χώρας, αλλά από χώρα σε χώρα.

 

Προς την καταστροφή του κράτους και την αποδιοργάνωση της μαζικής κοινωνίας…

Η μαζική κοινωνία παρά του ότι διαμορφώθηκε ως τέτοια χάριν στην διαμεσολάβηση της οργανωμένης εξουσίας στις ανθρώπινες σχέσεις και στην σχέση των ανθρώπων με τη φύση, δεν είναι ένα ομοιογενές σώμα αιώνια υποταγμένων ανθρώπων. Η μαζική κοινωνία παρά την όποια εξάρτηση της με τους μηχανισμούς του κράτους, κουβαλάει μέσα της ταυτόχρονα με την υποταγή της, την ίδια της την άρνηση, την θέληση για απελευθέρωση και την καταστροφή της εξουσίας. Η μαζική κοινωνία, ως ένα συστατικό αλλά και αποτέλεσμα του πολιτισμού πάσχει από ισχυρές αντιφάσεις μεταξύ φυσικής κατάστασης και επιβεβλημένων νόμων.

Η πραγματικότητα είναι ότι η μαζική κοινωνία δεν ήταν ένα ελεύθερο μόρφωμα το οποίο σκλαβώθηκε κάποια στιγμή από το κράτος. Αυτό που υπήρχε ήταν κοινότητες και μικρές ομαδοποιήσεις ανθρώπων χωρίς κράτος. Χωρίς την επιβολή της εξουσίας είναι αδύνατο να υπάρξει η μαζική κοινωνία, γι’ αυτό σε ένα απελευθερωμένο κόσμο δεν θα υπάρχει μαζοποίηση. Με την καταστροφή του κράτους η μαζική κοινωνία θα αποδιοργανωθεί σε ταυτόχρονο χρόνο. Αν υπάρχει ο σπόρος της απελευθέρωσης τότε οι άνθρωποι δεν θα επανιδρύσουν το κράτος (αν μπορούν βέβαια), αλλά θα σχηματίσουν ελεύθερες κοινότητες ενάντια στην εξουσία. Η διάλυση των θεσμών θα ακυρώσει τις συνθήκες εκμετάλλευσης και επιβολής, την πειθαρχία και τη μαζοποίηση. Σε μια τέτοια συνθήκη οι άνθρωποι θα αναζητήσουν έναν ελεύθερο και φυσικό τρόπο διαβίωσης. Απ’ την άλλη, αν η μαζική κοινωνία αποδιοργανωθεί λόγω κάποιου πολέμου ή μιας φυσικής καταστροφής και όχι μιας απελευθερωτικής διαδικασίας, τότε τα αποτελέσματα εκτός από οδυνηρά για τους ανθρώπους που θα είναι εγκλωβισμένοι κυρίως στις πόλεις, ενδέχεται σε ένα μετέπειτα στάδιο, αντί να αναζητήσουν μια απελευθερωτική διέξοδο από τις κρατικές δομές, να οδηγηθούν στην επανίδρυσή τους.

Οπότε είναι κάτι παραπάνω από σημαντικό να διαχυθούν οι αναρχικές απόψεις και πρακτικές για έναν κόσμο αν-εξούσιο και αρμονικής φυσικής συμβίωσης.

 

Η ατομικότητα και η συλλογικότητα.

Οι αγέλες και οι μικρές ομάδες αποτέλεσαν την πρώτη μορφή ανθρώπινης συνύπαρξης. Οι φυλές και οι κοινότητες αποτέλεσαν την επόμενη μορφή. Ο άνθρωπος, σε αντίθεση με μερικά άλλα ζώα, ζει μαζί με άλλους ανθρώπους και όχι μοναχικά. Με την αλληλοβοήθεια οι άνθρωποι, όπως και άλλα ζώα, κατάφεραν να επιβιώσουν μέχρι σήμερα. Η αλληλοβοήθεια ήταν αυτό που βοήθησε τους ανθρώπους να ανταπεξέλθουν στις όποιες δυσκολίες συναντούσαν. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι ο ανταγωνισμός δεν υπήρχε στις σχέσεις των ανθρώπων.

Η άποψη του Tomas Hobbes, που ήθελε τους ανθρώπους πριν την επιβολή του κράτους σε ένα διαρκή πόλεμο, δεν ευσταθούν. Απλά, αν είχε δίκαιο ο Hobbes, τότε το ανθρώπινο είδος δεν θα κατάφερνε να επιβιώσει τόσα εκατομμύρια χρόνια στα οποία δεν υπήρχε κράτος, αφού οι άνθρωποι θα αλληλοεξοντώνονταν.

Σε συνθήκες κατά τις οποίες ο άνθρωπος συμβιώνει σε μια ομάδα ή κοινότητα όπου το κράτος και η εξουσία δεν υφίστανται, τότε η διαφορετικότητα και η μοναδικότητα του αναδεικνύεται συνθετικά και συμπληρωματικά με τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά των άλλων ατόμων. Η ανιδιοτέλεια, το μοίρασμα της τροφής και η ανταλλαγή δώρων χαρακτήριζε έντονα τις σχέσεις που ανέπτυξαν οι άνθρωποι που έζησαν χωρίς κράτος. Σε αντίθεση με τον ανταγωνισμό, τους διαχωρισμούς και τις διακρίσεις που προωθεί η εξουσία. Οι σχέσεις που διαμορφώνονται σε συνθήκες ελευθερίας είναι τέτοιες που δεν ενθαρρύνουν τον ατομοκεντρισμό και την ιδιοτέλεια να εξελιχθούν. Σε τέτοιες καταστάσεις που το «δικό μου» και το «δικό σου» δεν υπάρχει, τότε ενθαρρύνεται το «εμείς» έναντι του ατομοκεντρισμού. Η ατομικότητα βρίσκει την εκπλήρωση της στην ελεύθερη συλλογικοποίηση και τις αδιαμεσολάβητες από την εξουσία σχέσεις. Φαίνεται ότι όταν δεν επιβάλλονται θεσμικοί διαχωρισμοί, οι ανθρώπινες σχέσεις τείνουν προς την σύνθεση και όχι τον κατακερματισμό και την υποταγή.

Οι ιδιότητες και οι ρόλοι που πρέπει να ενσαρκώσουν οι άνθρωποι υπό συνθήκες κυριαρχίας, έχουν καταλυτική σημασία για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας τους (όχι όμως απόλυτη), αφού απωθείται και καταστέλλεται η ελεύθερη ανάπτυξη του εαυτού. Όλοι οι ρόλοι που οφείλει να πάρει ο άνθρωπος στα πλαίσια της μαζικής κοινωνίας, είναι καλούπια του κράτους τα οποία μόνο αυτό μπορεί να νομιμοποιήσει. Καταστρέφοντας το κράτος οι επιβεβλημένοι ρόλοι θα καταστραφούνε μαζί του και τα μέχρι πρότινος διαχωρισμένα από τους θεσμούς άτομα θα αρχίσουν να συνθέτουν σχέσεις βασισμένες κυρίως στην ελευθερία και την αλληλοβοήθεια.

Με τις απόψεις των διαφωτιστών και των οικονομολόγων του 18ου αιώνα έγινε η προώθηση των ατομικών δικαιωμάτων και της ατομικής ιδιοκτησίας. Έτσι, μετά και την Γαλλική επανάσταση, εξυψώθηκε ο μεμονωμένος άνθρωπος σε ένα «αυθύπαρκτο ον» που κινείται στον κόσμο με βάση τους νόμους της «ελεύθερης αγοράς».

Από την πρώτη μέρα της ζωής του ο άνθρωπος, στη σύγχρονη μαζική κοινωνία, γίνεται για το κράτος ένα αντικείμενο που πρέπει να διευθετηθεί και να αρχειοθετηθεί στα «ράφια» της γραφειοκρατίας του. Η εξατομίκευση γίνεται από πολύ νωρίς, από την πρώτη κιόλας καταγραφή ενός ατομικού κωδικού και ενός κρατικού εγγράφου το οποίο πιστοποιεί ότι γεννήθηκε. Ακολούθως, η ζωή του κάθε ανθρώπου βαδίζει τον ατομικό της δρόμο τον οποίο διαμόρφωσε προηγουμένως η κυριαρχία. Μια ατομική σταδιοδρομία στο σχολείο ή και το πανεπιστήμιο, πάντα με την ατομική αξιολόγηση και ανέλιξη. Μια ατομική αστυνομική ταυτότητα θα πρέπει να βρίσκεται πάνω σου, ότι κι αν κάνεις έξω απ’ τον ιδιωτικό σου χώρο. Ένα σωρό έγγραφα θα πρέπει να πιστοποιούν την ατομική σου υπόσταση, το τι έκανες στη ζωή σου, πόσα χρωστάς στην τράπεζα, ποια είναι η δουλεία σού και άλλα προσωπικά στοιχεία.

Το κράτος θέλει να ελέγξει την ατομικότητα εμποδίζοντας τον μεμονωμένο άνθρωπο να δημιουργεί σχέσεις που να διέπονται από ελευθερία, διαμεσολαβώντας όσο πιο πολύ μπορεί στις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους και τη γη. Παράλληλα κάνοντας ιδεολογικό πόλεμο προσπαθεί να ισοπεδώσει κάθε έννοια ελεύθερης έκφρασης και σκέψης από τα πρώτα στάδια της ζωής του ατόμου. Μέσα στο πλέγμα των θεσμών, η αμοιβαιότητα και η αμεσότητα των ανθρώπινων σχέσεων εμποδίζονται να αναπτυχθούν. Παρ’ όλα αυτά η κυριαρχία δεν μπορεί να σβήσει τόσο εύκολα την θέληση για ελευθερία που συνεπάγεται τη θέληση για παύση κάθε εκμετάλλευσης. Έτσι πολλές φορές η ατομικότητα παραμένει η τελευταία νησίδα από την οποία μπορεί να ξεκινήσει ένας αγώνας ενάντια στην εξουσία για την επανάκτηση ενός ελεύθερου τρόπου συνύπαρξης με άλλους ανθρώπους και το φυσικό κόσμο.

Η ταυτόχρονη εξατομίκευση και μαζοποίηση των ανθρώπων δομούν την μαζική κοινωνία. Το κοινωνικό σώμα που αντανακλά σήμερα την λειτουργία του βιομηχανικού-τεχνολογικού συστήματος αποτελείται από άτομα που σχηματίζουν ευρύτερα σύνολα ανταγωνιστικά το ένα προς το άλλο, πλέκοντας μεταξύ τους σχέσεις εξουσίας. Εντός όμως του κοινωνικού σώματος πάντα υπάρχει η επιλογή και η απόφαση για την άρνηση της εξουσιαστικής συνθήκης. Ουσιαστικά η εξεγερτική απόπειρα για απελευθέρωση ξεκινά σε ατομικό επίπεδο με την άρνηση των ρόλων και των θεσμών που δόμησε η κρατική μηχανή και αναπαράγονται στο εσωτερικό της μαζικής κοινωνίας. Εξεγερτική απόπειρα η οποία για να είναι αποτελεσματική, οφείλει να έχει την τάση προς τη συλλογικοποίηση της και την ευρύτερη εξάπλωση της εντός του κοινωνικού σώματος.

Το κράτος στοχοποιεί την κάθε ατομικότητα εξαναγκάζοντάς την να εκφραστεί μέσα από τα δικά της κανάλια (πχ. ατομική ιδιοκτησία) αλλοτριώνοντας τη. Παράλληλα, προωθώντας ιδανικά πρότυπα συμπεριφοράς και κοινωνικά status, ελέγχει και μαζοποιεί κατασκευάζοντας ένα ομοιογενές απρόσωπο σύνολο από παραγωγούς και καταναλωτές. Η μαζοποίηση και η ομογενοποίηση έχει να κάνει με την καταστροφή της διαφορετικότητας και την επιβολή ενός τρόπου ζωής και κουλτούρας που να εξυπηρετεί την κυριαρχία.

Προφανώς και η έννοια της ατομικότητας δεν καταλύεται, αλλά αναδεικνύεται με παραμορφωμένο και αλλοτριωμένο τρόπο. Στο ίδιο μοτίβο, η κυριαρχία κινείται ενάντια στην ελεύθερη συλλογικοποίηση. Η ομαδοποίηση και η κοινωνικοποίηση δεν είναι έννοιες ξένες προς την κυριαρχία. Κάθε άλλο, προσπαθεί μέσα από τις διαδικασίες της να διεξάγονται στα κανάλια που έχει ορίσει η ίδια. Η κοινωνικότητα δεν καταργείται, αλλά δομείται, διαμεσολαβείται και αναπαράγεται σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της κυριαρχίας. Η έννοια του συλλογικού, επίσης, δεν χάνεται, αλλά ανακατασκευάζεται από τις ανάγκες της κυριαρχίας για τον περεταίρω έλεγχο και διευθέτηση των σχέσεων του κοινωνικού σώματος με βάση την άθροιση εξατομικευμένων ανθρώπων, που ο καθένας έχει τον ρόλο του.

Στη μαζική κοινωνία, αφού ο άνθρωπος εξατομικεύεται από τους θεσμούς, παράλληλα μαζοποιείται μέσα στις διαδικασίες που αναπαράγουν το σύστημα, όπως είναι η μαζική εκπαίδευση, η μαζική παραγωγή και κατανάλωση, το μαζικό θέαμα, οι μαζικές πολιτικές δομές, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Αντίθετα σε μια ελεύθερη κοινότητα τα πράγματα προφανώς και παίρνουν άλλη πλοκή. Η σύνθεση της διαφορετικότητας γίνεται μέσα από την αυθόρμητη αλληλεπίδραση μεταξύ των μεμονωμένων ατόμων και όλων μαζί με τον φυσικό κόσμο που τους περιβάλλει.

Όταν το κράτος υπονομεύει την ελεύθερη σύνθεση και προωθεί εξαναγκαστικά τη συνάθροιση των ατομικών δεξιοτήτων με βάση μαζικά πρότυπα, τότε είναι που τα μεμονωμένα άτομα προσομοιάζουν με τον ρόλο των γραναζιών μιας μηχανής. Η εικόνα που έχει σήμερα η μαζική κοινωνία έχει διαμορφωθεί από την κρατική διαμεσολάβηση στις σχέσεις των ανθρώπων. Μέσα από τον εξαναγκασμό των ρόλων, τον έλεγχο, την πειθαρχία και την εξάρτηση, δομήθηκε η κοινωνική πραγματικότητα τόσο στον ελλαδικό χώρο όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο, με βάση μια διακρατική αλληλεξάρτηση. Οπότε η έννοια του «κοινωνικού εργοστασίου» που αναφέρθηκε παραπάνω δεν αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη εδαφική περιοχή, αλλά έχει παγκόσμιες διαστάσεις.

Καταστρέφοντας τις δομές της κυριαρχίας, οι υπάρχουσες συνθήκες, η παρούσα συγκρότηση της ατομικότητας και η οργάνωση της μαζικής κοινωνίας θα διαλυθούν. Οπότε το να θέλουμε να οργανωθεί η μαζική κοινωνία με ελεύθερο τρόπο είναι κάτι το αντιφατικό, επειδή η ύπαρξη της βασίζεται στον εξαναγκασμό και την επιβολή. Οι θεσμοί του κράτους, αν μιλάμε για μια απελευθερωτική αναρχική κατεύθυνση, δεν μπορούν να αντικατασταθούν από «ελεύθερους θεσμούς». Η απελευθερωτική προοπτική στοχεύει στην καταστροφή των θεσμών του κράτους, με σκοπό να δημιουργηθούν οι συνθήκες στις οποίες ελεύθεροι άνθρωποι θα ζουν με απλό και φυσικό τρόπο, συνθήκες όπου η ατομικότητα και η συλλογικότητα θα εκφράζονται ελεύθερα.

Δεν έχουμε σκοπό του αγώνα μας ούτε την αντικατάσταση του κράτους ούτε τη συντήρηση της μαζικής κοινωνίας με τη λεγόμενη «από τα κάτω» οργάνωση και τη συνεπακόλουθη αναδόμηση των θεσμών. Η εναντίωση μας δεν στοχεύει γενικά κι αόριστα στο κοινωνικό σώμα, αλλά στους θεσμούς που συντηρούν τη μαζοποίηση και την υποταγή. Προφανώς και η κοινωνία αποτελείται από ζωντανά ανθρώπινα πλάσματα (μέρος της οποίας είμαστε όλοι) τα οποία δεν είναι γενικά κι αόριστα υπαίτιοι ή μη υπαίτιοι των συνθηκών που έχουν δομηθεί. Η εναντίωσή μας στοχεύει στο κράτος και τις δομές του, τους θεσμούς και τις εξουσιαστικές συμπεριφορές έτσι όπως διαχέονται και αναπαράγονται στη μαζική κοινωνία.

Μια κριτική ανάλυση δεν μπορεί να βασίζεται σε προκαθορισμένα πλαίσια και προκαταλήψεις περί καλής ή κακής κοινωνίας. Η κριτική μας απέναντι στη μαζική κοινωνία και το κράτος πρέπει να γίνεται πέρα από ιδεολογικές αγκυλώσεις, για να μπορεί να αποτελεί μέρος ενός συνολικού και πραγματικού αγώνα για την απελευθέρωση και την αναρχία.

 

Κοινότητα και αναρχία

Η σύνδεση των δύο λέξεων, της κοινότητας και της αναρχίας, δεν είναι ένα αυθαίρετο πάντρεμα εννοιών. Η έννοια της κοινότητας συνδέεται με την αναρχία από τη στιγμή που μόνο σε κοινότητες μπορεί να υπάρξει η πραγμάτωση ενός ελεύθερου τρόπου ζωής, χωρίς τον καταναγκασμό της οργανωμένης εξουσίας. Κατά μια έννοια, μιλώντας για αναρχία θα έπρεπε να είναι αυτονόητο ότι μιλάμε για συγκρότηση κοινοτήτων κι όχι για διαχείριση της μαζικής κοινωνίας. Έτσι, το πρόταγμα για τη δημιουργία ελεύθερων κοινοτήτων είναι αδιάσπαστο από το πρόταγμα της αναρχίας.

Τι σημαίνει όμως κοινότητα από την αναρχική οπτική; Όπως αναφέρθηκε, σε κοινότητες διαβιούσαν άνθρωποι για χιλιάδες χρόνια και διαβιούν ακόμα και σήμερα. Κατά βάση στις διάφορες πρωτόγονες φυλές, οι σχέσεις των ανθρώπων διέπονταν από ελευθερία και οι σχέσεις της φυλής με τον φυσικό κόσμο ήταν κατά βάση αρμονική, εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο τη βιωσιμότητα της κοινότητας και του οικοσυστήματος.

Σήμερα, υπάρχουν κοινότητες οι οποίες είναι υπό τον κρατικό έλεγχο και συνδεδεμένες με το διεθνές οικονομικό σύστημα. Μιλάμε για χωριά ενταγμένα στον πολιτισμό και τα οποία έχουν κρατικό υπόβαθρο, σχολεία, αστυνομία, εκκλησία, ιδιοκτησία. Οι κάτοικοί τους έχουν την ιδιότητα του πολίτη, είναι ιδιοκτήτες, εργάτες ή οτιδήποτε άλλο στα πλαίσια της μαζικής κοινωνικής οργάνωσης. Αυτά τα χωριά αν και θα μπορούσαν να ζήσουν με υλική αυτάρκεια, σήμερα κυρίως, λόγω της τεχνολογικής προόδου και του μοντέλου διαβίωσης που προωθεί, είναι «υποχρεωμένα» για να καλύπτουν τις διάφορες πλαστές ανάγκες τους, να συναλλάσσονται και να εξαρτιόνται από τις δομές της κυριαρχίας.

Υπήρξαν και υπάρχουν μέχρι σήμερα ανά τον κόσμο κοινότητες, που ναι μεν περιβάλλονται από το κράτος, δεν έχουν όμως την τεχνολογική διασύνδεση κι εξάρτηση από το σύστημα. Κατά αυτόν τον τρόπο διατηρούν την ανεξαρτησία τους και την υλική τους αυτάρκεια. Βέβαια σε μια τέτοια συνθήκη δεν σημαίνει κιόλας ότι δεν αναπαράγονται εξουσιαστικές σχέσεις και συμπεριφορές οποιουδήποτε είδους.

Αφού απορρίπτουμε τη διατήρηση του κράτους, από το οποίο πηγάζει και η συστηματοποιημένη εκμετάλλευση, κατ’ επέκταση απορρίπτουμε και την πόλη που είναι ο τόπος ύπαρξης της μαζικής κοινωνίας. Επειδή χωρίς κράτος δεν μπορεί να υπάρξει ούτε η πόλη, ούτε οι μηχανισμοί καταμερισμού εργασίας κι εξειδίκευσης που συντηρούν την εξόρυξη ορυκτών, την παραγωγή ενέργειας και συνολικά τη συντήρηση και λειτουργία της βιομηχανίας και των τεχνολογικών προϊόντων-συσκευών.

Για να υπάρχει μια πόλη χρειάζεται όπως και να’ χει εξαναγκασμός, πειθαρχία και κοινωνικός έλεγχος. Εν αντιθέσει, μιλώντας για ελεύθερες κοινότητες, προφανώς δεν μιλάμε για μια επιλογή μέσα από ένα σύνολο πολλών επιλογών. Μιλάμε για τη μοναδική επιλογή προς την κατεύθυνση μιας ελεύθερης ζωής χωρίς κανενός είδους εξαναγκασμό κι εκμετάλλευση. Μια κοινότητα μπορεί να υπάρχει με βάση εξουσιαστικές σχέσεις. Όμως αυτό που τη διαφοροποιεί από την πόλη είναι το ότι η κοινότητα μπορεί να υπάρξει και χωρίς εξουσιαστικές σχέσεις. Οι κοινότητες που προτάσσουμε προφανώς δεν θα αναπαράγουν κυριαρχικές σχέσεις.

Μια ελεύθερη κοινότητα για να υπάρχει ως τέτοια θα πρέπει να έχει τη στοιχειώδης αυτάρκεια για την κάλυψη των απαραίτητων για την ανθρώπινη διαβίωση. Οι σχέσεις των ανθρώπων να είναι απλές, όπως και οι ανάγκες τους. Ο μικρός αριθμός των ανθρώπων της κοινότητας θα διευκολύνει τις συνελεύσεις τους και ο καθένας θα μπορεί να εκφέρει άποψη για οποιοδήποτε ζήτημα. Δεν θα υπάρχει οικονομικό σύστημα, γραφειοκρατία, αντιπρόσωποι, συντεχνίες και μαζικές δομές. Μια μη ανθρωποκεντρική αντίληψη θα συνδέει τους ανθρώπους με τη γη και τα άλλα στοιχεία της φύσης.

Σε ένα ελεύθερο κόσμο το τεχνολογικό σύστημα με τις “ανέσεις”, έτσι όπως εξελίχτηκαν στον δυτικό πολιτισμό, προφανώς και δεν θα υπάρχει. Αρχικά επειδή, για να υπάρχει τεχνολογικό σύστημα θα πρέπει να δομηθούν σχέσεις εξουσίας που θα καταμερίζουν την εργασία και θα προωθούν την εξειδίκευση, θα χρειάζονται σχολεία, πανεπιστήμια, επιστημονικά κέντρα και πειράματα. Κυρίως όμως, θα πρέπει να παράγεται πολλή ενέργεια και να υπάρχουν οι πρώτες ύλες για την λειτουργία των μηχανών. Αυτό πάλι συνεπάγεται την δημιουργία ενός παγκοσμιοποιημένου δικτύου εξόρυξης και διανομής υδρογονανθράκων, που σημαίνει ταυτόχρονα αδιάκοπη λεηλασία της φύσης και ύπαρξη εκμεταλλευτών και εκμεταλλευόμενων. Το τεχνολογικό σύστημα δεν μπορεί να αναπαραχθεί χωρίς την επιβολή της τεχνοκρατίας και συνεπώς της κεφαλαιοκρατίας. Προφανώς για μια κοινότητα που θέλει να ζει με αυτάρκεια, ελευθερία και σεβασμό προς την γη είναι αδύνατο να αναπαράγει το τεχνολογικό σύστημα.

Υπάρχουν διάφορες αριστερές συνιστώσες που προτείνουν την μετάβαση από το σημερινό μοντέλο διαβίωσης στις πόλεις σε ένα πιο αποκεντρωμένο μοντέλο κοινοτισμού, με ομόσπονδες κοινότητες και την χρήση ενός τεχνολογικού συστήματος «φιλικού προς το περιβάλλον». Προφανώς αυτές οι προτάσεις γίνονται στα πλαίσια του κρατισμού, σε μια προσπάθεια να μειωθεί η οικολογική καταστροφή. Και αυτό επειδή η αποκέντρωση δεν σημαίνει καταστροφή του κράτους και των μηχανισμών του, αλλά εξάπλωση τους σε πολλά σημεία στον εδαφικό χώρο και διατήρηση ενός κεντρικού μηχανισμού. Αυτές οι προτάσεις δεν έρχονται σε συνολική ρήξη με το υπάρχον, αλλά έρχονται ως εναλλακτικές λύσεις για την επιβίωση και τον μετασχηματισμό της κυριαρχίας. Μια προκατασκευασμένη ομοσπονδία κοινοτήτων, χωρίς την καταστροφή του κράτους, ακυρώνει την ανεξαρτησία και την αυτάρκεια των κοινοτήτων.

Η διασύνδεση μιας ελεύθερης κοινότητας με άλλες κοινότητες θα πρέπει να βασίζεται στην ίδια την απόφαση των μελών της κοινότητας και όχι σε σχεδιασμούς κάποιας κεντρικής διοίκησης των κοινοτήτων ή σε κάποιο προαποφασισμένο πρόγραμμα ή καταστατικό. Τα ίδια τα μέλη μιας κοινότητας σε τέτοιες περιστάσεις θα συζητούν αν η συνεργασία τους με μια άλλη κοινότητα θα επηρεάσει αρνητικά την ελεύθερη συμβίωση τους και θα τους εξαρτήσει από κάποιο κέντρο αποφάσεων που δεν θα μπορούν να παρέμβουν.

Από την άλλη, ακόμα και οι εναλλακτικές πηγές ενέργειας και τεχνολογία με βάση το πρότυπο του πολιτισμού απαιτούν εξουσιαστικές δομές και αλληλεξάρτηση με μηχανισμούς έξω από την κοινότητα. Η καθημερινότητα της κοινότητας θα ετεροκαθορίζεται από εξωγενείς παράγοντες και απαιτήσεις του εναλλακτικού τεχνολογικού συστήματος.

 

Η Εξουσία, η πόλη και η απελευθερωτική προοπτική.

Η ιστορία των πόλεων είναι η παράλληλη ιστορία των κρατών. Η ιστορία του συστηματοποιημένου καταμερισμού εργασίας και της τεχνολογικής προόδου είναι η παράλληλη μετατροπή των εξουσιαστικών σχέσεων.

Ο αγώνας για απελευθέρωση από κάθε εξουσιαστικό μηχανισμό και σχέση στοχοποιεί τις δομές της κυριαρχίας και επομένως την ιδεολογία της. Όταν μιλάμε για ιδεολογία, εννοούμε ολόκληρο το ιδεολογικό περίβλημα του οικοδομήματος της κυριαρχίας και όχι απλά επί μέρους σημεία του.

Στη σημερινή συγκυρία διαπιστώνουμε ότι οι ιδεολογικοί άξονες πάνω στους οποίους βασίστηκε η υπερδομή του δυτικού πολιτισμού και της κυριαρχίας, ταυτίζονται με τις επικρατούσες απόψεις στη μαζικής κοινωνία, των εκμεταλλευτών και εκμεταλλευόμενων του σύγχρονου κόσμου, ακόμα και με την πλειονότητα όσων αντιμάχονται τον καπιταλισμό προτείνοντας ένα άλλο σύστημα. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι μιλάμε για ταύτιση όχι των συνολικών απόψεων των εκμεταλλευτών και των εκμεταλλευόμενων, αλλά για ταύτιση των ιδεολογικών αξόνων πάνω στους οποίους βασίζονται οι απόψεις τους.

Για παράδειγμα το κράτος, που είναι ένας κεντρικός μηχανισμός ο οποίος με βάση τους θεσμούς και τους νόμους του επιβάλλεται, ελέγχει και σκλαβώνει τους ανθρώπους, δεν μπορεί να αποτελεί κομμάτι ενός ελεύθερου κόσμου. Ένα κράτος δεν μπορεί να μεταρρυθμιστεί προς μια απελευθερωτική κατεύθυνση, ακριβώς επειδή κυριάρχησε πάνω σε προηγούμενες ελεύθερες συνθήκες και εξορισμού κινείται ενάντια στην ελευθερία. Παρ’ όλα αυτά ένα μέρος της μαζικής κοινωνίας και η αριστερά θεωρούν το κράτος συνυφασμένο με την ανθρώπινη φύση και ελευθερία.

Ένα άλλο ζήτημα είναι αυτό της πόλης και του πολιτισμού. Δεν μπορούμε να εναντιωνόμαστε στον πολιτισμό της εξουσίας υπονοώντας ότι είναι εφικτός ένας άλλος μη εξουσιαστικός πολιτισμός. Επειδή, η ιστορία και εξέλιξη του κράτους, της πόλης και του πολιτισμού, μαζί με ότι σημαίνουν αυτές οι έννοιες, είναι κοινή. Κράτος και πολιτισμός επιβλήθηκαν πάνω σε ένα κόσμο ανεξούσιο, κόντρα στη φύση.

Παρόμοιο είναι και το ζήτημα της μαζικής κοινωνίας. Η επιβολή του κράτους και οι επιλογές της κυριαρχίας δόμησαν τις πόλεις και κατά προέκταση μορφοποιήθηκε η μαζική κοινωνία.

Η αστική τάξη του 18ου αιώνα πήρε το όνομα της επειδή αποτελείτο από άτομα τα οποία βρίσκονταν στις πόλεις (άστυ) και είχαν κεντρικό ρόλο για την λειτουργία τους. Οι έμποροι, οι τραπεζίτες, οι ιδιοκτήτες βιοτεχνιών, οι στρατιωτικοί και οι υπεύθυνοι για την διοίκηση και τήρηση του νόμου στις πόλεις ήταν το κομμάτι της κοινωνίας που συγκροτούσε την αστική τάξη.

Η όλη δράση τους συνέδραμε στο φαινόμενο της αστικοποίησης, τον εκπολιτισμό και την αποικιοκρατία σε πολλές χώρες του πλανήτη. Αυτή η κοινωνική τάξη, η οποία διακατεχόταν από τις αντιλήψεις του διαφωτισμού περί προόδου, οικονομικής ανάπτυξης, ατομικής ιδιοκτησίας και φιλελεύθερου κράτους, απέκτησε και τις υλικές δυνάμεις για να υλοποιήσει ταυτόχρονα στην πράξη τις αντιλήψεις της. Η αστική τάξη συνέδραμε καθοριστικά στην υλοποίηση της βιομηχανικής επανάστασης που οδήγησε στην μετέπειτα ραγδαία αστικοποίηση. Η κυρίαρχη ιδεολογία στις πόλεις ήταν αυτή της αστικής τάξης, επειδή έτσι κι αλλιώς ήταν οι ίδιοι που προώθησαν μέσα από τη δράση και την ιδεολογία τους τη συνθήκη της σύγχρονης πόλης και του βιομηχανικού πολιτισμού. Η αστικοποίηση δεν ήταν και δεν είναι μόνο το φαινόμενο της μετακόμισης ανθρώπων της υπαίθρου προς τις πόλεις, αλλά και η μετάδοση της ιδεολογίας και των αξιών του αστισμού.

Αν το δούμε σχηματικά, ο δρόμος για την απελευθέρωση, έτσι όπως διαμορφώθηκε η πραγματικότητα, θα πρέπει να είναι αντίθετος και ανταγωνιστικός προς τις συνθήκες υποδούλωσης. Δηλαδή, απέναντι στην αστικοποίηση θα πρέπει να επιτευχθεί η αποαστικοποίηση, απέναντι στην εξάρτηση από το κράτος θα πρέπει να επέλθει η απεξάρτησή και ο σχηματισμός κοινοτήτων. Αυτή η διεργασία, όμως, δεν θα επιτευχθεί μηχανιστικά ή με βάση κάποιες εντολές, αλλά μέσα από την αφύπνιση της ελεύθερης βούλησης και την κατανόηση της αναγκαιότητας να δημιουργήσουμε ένα ελεύθερο και φυσικό τρόπο ζωής.

Η συγκρότηση κοινοτήτων αντί των πόλεων είναι η μόνη συνθήκη κατά την οποία μπορεί να ανθίσει η αναρχία. Ένας βασικός λόγος είναι επειδή ο άνθρωπος μπορεί να έρθει πιο κοντά στην ανθρώπινη φύση του, αλλά κυρίως πιο κοντά στον φυσικό κόσμο ο οποίος είναι ο μοναδικός σύμμαχος της ελεύθερης ζωής. Για να υπάρξει όμως μια ελεύθερη κοινότητα δεν φτάνει μόνο οι άνθρωποι να μην εκμεταλλεύονται ο ένας τον άλλο, αλλά να έχουν επίσης μια μη ανθρωποκεντρική-κυριαρχική σχέση με τον φυσικό κόσμο. Έτσι, η κοινότητα ανάλογα με το μέρος που βρίσκεται θα προβεί και στις συγκεκριμένες δραστηριότητες για να εξασφαλίσει και να καλύψει τις απαραίτητες ανάγκες της. Για παράδειγμα, για να χτιστούν τα σπίτια δεν είναι ανάγκη να προβεί σε συνεργασία με άλλες κοινότητες ή να συγκροτήσει μια εργατική συντεχνία η οποία θα εξορύσσει πετρώματα ή θα διαχειρίζεται ένα εργοστάσιο παραγωγής τσιμέντου. Αντίθετα, θα αναζητήσει απλές λύσεις οι οποίες δεν θα αλλοιώσουν τις μεταξύ τους ελεύθερες σχέσεις, ούτε θα καταστρέψουν και θα μολύνουν τη φύση. Επίσης, τα υλικά που θα χρησιμοποιήσει η κοινότητα θα είναι απλά υλικά που θα αφθονούν μέσα στο περιβάλλον το οποίο βρίσκεται (πέτρες, χώμα, ξύλα κλπ) και που θα μπορούν να αποκτηθούν εύκολα.

Οι διατροφικές ανάγκες των ανθρώπων θα καλύπτονται μέσα από την απαραίτητη δραστηριότητα σε φυτικές καλλιέργειες και σε χωράφια που θα χρησιμοποιούνται από την κοινότητα . Αυτονόητο είναι ότι δεν θα έχουν πλεόνασμα παραγωγής για να το εμπορεύονται και να πλουτίζουν. Η φυλάκιση ζώων για την σφαγή τους είναι εξουσιαστική πρακτική που δεν έχει θέση σε μια ελεύθερη κοινότητα.

Η ένδυση ή όποια άλλη ανάγκη, θα επιλύεται μέσα από απλές τεχνικές που θα αναπτύσσονται στο εσωτερικό της κοινότητας, με τη χρήση πρώτων υλών απευθείας απ’ τη φύση.

Η πρόταση για συγκρότηση κοινοτήτων είναι ένα πρόταγμα στο οποίο συγκλίνουν όλες οι συνθήκες για την ολική απελευθέρωση ανθρώπων, ζώων, φύσης. Ειδικά σε μια εποχή όπου το βιομηχανικό σύστημα έχει κατασκευάσει μια ιδιαίτερη κατάσταση όπου δισεκατομμύρια άνθρωποι ζουν σε άθλιες συνθήκες και πεθαίνουν από πείνα. Σε μια περίοδο όπου για χάρη της εξασφάλισης ενέργειας και της κάλυψης των τεχνο-ανέσεων της μειοψηφίας των ανθρώπων του πλανήτη, λεηλατείται ο φυσικός κόσμος. Σε μια εποχή όπου δισεκατομμύρια ζώα φυλακίζονται και βασανίζονται κάθε χρόνο για τις απολαύσεις ενός μέρους του παγκόσμιου πληθυσμού. Σε μια εποχή όπου τα μπάζα και τα σκουπίδια του πολιτισμού μολύνουν τη γη και τους ωκεανούς. Σε μια εποχή όπου η ζωή του ανθρώπου εγκλωβίστηκε μέσα σε μηχανοποιημένα συστήματα και τις απαιτήσεις της τεχνολογίας, επιβάλλοντας μια ανούσια ρουτίνα με απίστευτες συνέπειες στον φυσικό κόσμο.

Μια ελεύθερη κοινότητα έχει ως προϋπόθεση για την ύπαρξη της την βιωσιμότητα του οικοσυστήματος και την ελευθερία πάνω από κάθε περιττή και επίπλαστη ανάγκη. Γι’ αυτό τα μέλη της θα απολαμβάνουν την ομορφιά της απλής ζωής και δεν θα εγκλωβίζονται μέσα στον τεχνητό κόσμο του πολιτισμού, ούτε θα ζουν εις βάρος άλλων πλασμάτων και των μελλοντικών γενιών. Ως αναρχικοί δεν έχουμε να προτείνουμε ένα πρότυπο ζωής σύμφωνα με τα μέτρα και τα σταθμά της κυριαρχίας, της βιομηχανοποίησης και των αθυρμάτων της αστικοποίησης. Είμαστε γήινα πλάσματα φτιαγμένα από τα συστατικά της γης μέσα σε έναν κόσμο που δεν μας ανήκει ούτε ανήκει σε κανένα, όπου το κράτος και ο πολιτισμός είναι κατασκευάσματα τα οποία παραμόρφωσαν την φυσική μας ύπαρξη και εξέλιξη. Ένας κόσμος χωρίς εκμετάλλευση, παραγωγή σκουπιδιών και καταστροφή της φύσης είναι ο κόσμος της ελευθερίας και της αναρχίας. Η αναρχία δεν είναι μια ουτοπική κατάσταση στη γη αλλά ταυτίζεται με την φυσική ολότητα η οποία προς το παρόν μολύνεται από τον πολιτισμό.

Η απελευθέρωση δεν είναι μια κλειστή υπόθεση μεταξύ των ανθρώπων. Η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και η δόμηση κράτους πηγάζει από τον ανθρωποκεντρισμό και τον θεσμικό διαχωρισμό του ανθρώπου από τον υπόλοιπο φυσικό κόσμο. Αντιλήψεις περί ανωτερότητας του ανθρώπινου είδους από τα υπόλοιπα είδη, ή η αντίληψη που θεωρεί ότι η φύση ανήκει στους ανθρώπους και ότι φτιάχτηκε για να εξυπηρετεί τις ανάγκες του, είναι εξουσιαστικές. Ακόμα, αυτές οι αντιλήψεις αποτελούν την ιδεολογική προϋπόθεση για τη δόμηση του πολιτισμού και της κυριαρχίας. Συνεπώς μόνο μέσο μιας συνολικής θεώρησης η οποία θα αναφέρεται στην απελευθέρωση των ανθρώπων και του φυσικού κόσμου θα ανατείλει η μέρα της αναρχίας.

Δεν αγωνιζόμαστε για την οικοδόμηση ενός εναλλακτικού οικονομικού ή πολιτικού συστήματος, επειδή η αναρχία δεν είναι σύστημα, αλλά μια ελεύθερη και εξελισσόμενη φυσική κατάσταση. Ένα εναλλακτικό οικονομικό και πολιτικό σύστημα δεν στοχεύει στην καταστροφή της οργανωμένης εξουσίας, ενώ επιδιώκει την συντήρηση του κράτους και της μαζικής κοινωνίας. Γι’ αυτό δεν επιλέγουμε ως μορφή αγώνα τις μαζικές δομές και τις ομοσπονδίες. Προτάσσουμε την δημιουργία αναρχικών ομαδοποιήσεων, μέσα στις οποίες η προσωπικότητα του κάθε ανθρώπου θα έχει χώρο να εκφραστεί και να συνθέσει την άποψη του. Ομάδες, που όπως και οι ελεύθερες κοινότητες, δεν θα είναι δέσμιες ενός συμπλέγματος αντιπροσώπων, ειδικών και κεντρικών αποφάσεων ή άλλων καταστάσεων που αλλοιώνουν την ανεξαρτησία είτε των ομάδων, είτε των κοινοτήτων.

Η επιμονή στο μοτίβο της αστικοποίησης και η αναζήτηση απελευθερωτικών λύσεων στο πλαίσιο που οριοθετεί η ύπαρξη της πόλης και του βιομηχανικού συστήματος είναι αδιέξοδη και γι’ αυτό άσκοπη. Η σύγχρονη πόλη και η μαζική κοινωνία υπάρχουν χάριν στο κράτος και μιας ιδιαίτερης κατάστασης που σε παγκόσμιο επίπεδο ελέγχεται και καθορίζεται από εξουσιαστικούς μηχανισμούς. Ο πληθυσμός των πόλεων είναι κατά βάση εξαρτημένος από την εξουσία, χωρίς καμιά δυνατότητα ανάπτυξης ενός ελεύθερου τρόπου ζωής, επειδή είναι υποχρεωμένος να συντηρεί τους μηχανισμούς του κράτους το οποίο έχει κεντρικό ρόλο για την ρύθμιση του συστήματος και την βιωσιμότητα της πόλης. Αν δεν υπήρχε και δεν συντηρείτο η παγκόσμια συγκυρία αναπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών, η τεχνολογική πρόοδος, η λεηλασία του φυσικού κόσμου και τα κράτη (πράγματα αλληλένδετα και αδιαχώριστα), τότε δεν θα υπήρχε η δυνατότητα να υπάρχουν οι σύγχρονες πόλεις. Στο εσωτερικό τους οι πόλεις δεν παράγουν άμεσα κάτι αναγκαίο για τη ζωή του ανθρώπου αλλά, στην ουσία ενδυναμώνουν το σύστημα και τους θεσμούς του. Οι εργασίες και υπηρεσίες που διεξάγονται σ’ αυτές είναι ανούσιες και άσκοπες για μια αυθεντική ζωή και γίνονται στα πλαίσια συντήρησης μιας παγκόσμιας συγκυρίας εκμετάλλευσης.

Ο θεσμός της ατομικής ιδιοκτησίας και ο συστηματοποιημένος καταμερισμός εργασίας είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ύπαρξη της σημερινής κατάστασης. Η βιομηχανική παραγωγική διαδικασία δεν θα υπήρχε αν δεν υπήρχαν νόμοι να καταμερίζουν την εργασία. Αυτό αντανακλάται στην υπόλοιπη δομή, αλλά και στην επικρατούσα ηθική της μαζικής κοινωνίας. Έτσι, ο κάθε άνθρωπος ζει μέσα στο ατομικό του κουτί και την προβλεπόμενη συλλογικοποίηση του. Όταν «ο καθένας κοιτάει τη δουλειά του» και το σπιτάκι του δεν μπορεί να αντιληφθεί ή αποφεύγει να ασχοληθεί με ότι βρίσκεται πίσω από κάθε πράγμα που καταναλώνει, ενώ είναι ήσυχος με την συνείδηση του ότι όλα πάνε καλά. Στην πραγματικότητα όμως τα πάντα είναι αλυσίδα και κομμάτι ενός συστήματος το οποίο απλώνεται σε όλη τη Γη με τραγικές συνέπειες.

Η αναγκαιότητα να καταστραφεί το παγκοσμιοποιημένο σύμπλεγμα κυριαρχίας είναι πιο επιτακτική από ποτέ. Αυτή η αναγκαιότητα δεν ήταν τόσο εμφανής πριν από μερικές δεκαετίες, επειδή τα δεινά που προκλήθηκαν εις βάρος των ανθρώπινων πληθυσμών σε συνδυασμό με τις καταστροφικές επιπτώσεις πάνω στο φυσικό κόσμο δεν υπήρχαν συσσωρευμένες σε τόσο μεγάλο βαθμό. Η καταστροφή του κράτους θα σημάνει την ταυτόχρονη εγκατάλειψη των μηχανών του συστήματος και την παύση της μόλυνσης που εκκρίνουν και σίγουρα μια συνολική ανατροπή του τρόπου ζωής κυρίως όσων ζουν στις πόλεις. Η συνολική καταστροφή της κυριαρχίας είναι επιτακτική αναγκαιότητα. Αφού συνειδητοποιήσουμε ότι ακόμα και η Ελλάδα του 2012 με το κατασκεύασμα της λεγόμενης «οικονομικής κρίσης» είναι στον βραχίονα των ανεπτυγμένων χωρών πάνω σε ένα παγκόσμιο χάρτη που στάζει αίμα. Αφού καταλάβουμε ότι για να συντηρείται η πολεμική μηχανή των κρατών, οι σύγχρονες μεταφορές και γενικά ο σύγχρονος τρόπος ζωής έχει ως προϋπόθεση να καταστρέφεται ταχύτατα το οικοσύστημα και να λεηλατούνται ανθρώπινες και μη ζωές. Το παγκόσμιο σύστημα για να υπάρχει ως τέτοιο καταβροχθίζει ενέργεια κι εκπέμπει μόλυνση, ενώ παράλληλα καταδικάζει ολόκληρους πληθυσμούς στον Τρίτο κόσμο (αλλά και αλλού) στην εξαθλίωση και την πείνα.

Οπότε δεν μπορούμε να κάνουμε ως σκεπτόμενα όντα ότι δεν ξέρουμε ή δεν ακούσαμε, ενώ παράλληλα να χύνουμε κροκοδείλια δάκρυα για τα υπό κατεδάφιση όνειρα (μέσα σε συνθήκες κυριαρχίας) σε μια χώρα όπως η Ελλάδα. Μόνο με ολική άρνηση του μοντέλου επιβίωσης που επιβάλλει η κυριαρχία θα περάσουμε σε απελευθερωμένες συνθήκες. Η αναρχική θεώρηση και πράξη δεν μπορεί να υποσχεθεί τίποτα σε όσους επιθυμούν να συνεχιστεί μια ζωή ανούσια και αλλοτριωμένη, γεμάτη υποκατάστατες δραστηριότητες και στέρηση της ελευθερίας. Επειδή αυτό είναι η ζωή στην πόλη και τον πολιτισμό: εκμετάλλευση, γραφειοκρατία, τυποποίηση, αποξένωση από τη φύση, ηλίθιες υπηρεσίες, ξεφτιλισμένη διασκέδαση και νάρκωση. Οπότε δεν μπορεί να υπάρξει συμβιβασμός με την κυριαρχία και τις συνθήκες που δημιούργησε, επειδή δεν υπάρχει αγώνας και θεώρηση για λίγη ή πολλή απελευθέρωση, λίγη ή πολλή αναρχία. Η αναρχική θεώρηση δεν είναι ιδεολογικό εργαλείο για την υπεράσπιση των οικονομικών συμφερόντων της τάδε ή της δείνα κοινωνικής μερίδας, αλλά η θεώρηση που στοχοποιεί κάθε συνθήκη επιβολής, για την καταστροφή συνολικά της κυριαρχίας.

Οπότε τι κάνουμε; Συγκροτούμε αναρχικές ομάδες μέσα στις πόλεις διαχέοντας τον αδιάλλακτο πολύμορφο αναρχικό αγώνα. Ταυτόχρονα δημιουργούμε ζωντανές νησίδες πειραματισμού και επανοικειοποίησης της γνώσης και των τρόπων αρμονικής διαβίωσης με τη φύση σε οικοκοινότητες με αναρχικό προσανατολισμό. Γιατί η επανάκτηση της αρχέγονης αυτής γνώσης είναι μέρος του αγώνα για την αναρχία, που θα συμπληρωθεί ως σύνολο με τη καταστροφή των δομών του κράτους, του τεχνοβιομηχανικού οδοστρωτήρα και των ιδεολογημάτων τους. Προτού μην μείνει χώμα για να μας θρέφει και να πατάμε, νερό για να πίνουμε και οξυγόνο για να αναπνέουμε.

 

Οι αναρχικές απόψεις και πρακτικές είναι ζωντανές κι επίκαιρες, επειδή έχουν κοινές ρίζες με την ανθρώπινη φύση και τον φυσικό κόσμο γενικότερα. Η αναρχία υπάρχει και θα υπάρχει όσο υπάρχει η φύση. Απειλεί τον νόμο και την τάξη του πολιτισμού και αποτελεί τη μοναδική συνολική απελευθερωτική λύση απέναντι στην χυδαιότητα της κυριαρχίας.

 

[1] Αναφερόμαστε σε άγριες φυλές όπως αυτή των Βουσμάνων, των Αβοριγίνων, των Mbuti, των ινδιάνων της Βόρειας Αμερικής και του Αμαζονίου, των μη εκπολιτισμένων Εσκιμώων κτλ.

[2]Για τις κοινότητες του μεσαίωνα έγραψε ο Κροπότκιν στο βιβλίο «Αλληλοβοήθεια», όπως και ο Νορμαν Κον στο «Αγώνες για την έλευση της Βασιλείας του Θεού: επαναστάτες χιλιαστές και μυστικιστές αναρχικοί του Μεσαίωνα».

[3]Κοινοτικός βίος υπήρξε στην Ελλάδα κυρίως πριν την δόμηση του έθνους κράτους, όπως και πριν την έντονη αστικοποίηση στα μέσα του 20ου αιώνα.

Βιομηχανικός κομμουνισμός ή αναρχία;

Έχουν περάσει περίπου δύο αιώνες μετά την βιομηχανική επανάσταση. Ένα γεγονός το οποίο ήταν η αιτία για να αλλάξει συνολικά η εικόνα του πλανήτη μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η ζωή των ανθρώπων εκμηχανίστηκε και άλλαξε ριζικά, ενώ τα οικοσυστήματα και πολλά άλλα είδη ζωής καταστρέφονται.

Η βιομηχανική επανάσταση ήταν το αποτέλεσμα μιας μεθοδευμένης επιστημονικής και τεχνικής σύζευξης, που έχει τις ρίζες της σε κάποια ιστορικά γεγονότα και επιλογές της κυριαρχίας (φεουδαρχία και καινοτομίες στη γεωργία στα τέλη του μεσαίωνα, ιδιοκτησία και περιφράξεις, ναυτική τεχνολογία και αποικιοκρατία, έντονη αστικοποίηση).

Η εκβιομηχάνιση της ζωής δεν ήταν ένα φυσικό γεγονός, αλλά ένα μια επιβαλλόμενη διαδικασία από την κυριαρχία. Αυτό αποδεικνύεται από την σθεναρή αντίσταση των εξουσιαζόμενων στις αρχές του 18ου αιώνα απέναντι στις μηχανές και τον βιομηχανικό τρόπο ζωής. Οι άνθρωποι δεν οδηγήθηκαν στην βιομηχανική επανάσταση μέσα από ελεύθερες διαδικασίες, αλλά μέσα από συνθήκες εξουσιαστικές. Όπως και σήμερα η βιοτεχνολογία εφαρμόζεται στην γεωργική παράγωγη χωρίς την συναίνεση έστω της πλειοψηφίας των ανθρώπων.

Η βιομηχανική παραγωγή για να λειτουργήσει απαιτεί εκ των πραγμάτων εξουσιαστικές σχέσεις. Αρχικά, επειδή οι άνθρωποι θα πρέπει να προσαρμοστούν σε ένα αποκλειστικά τεχνητό περιβάλλον που οι κινήσεις τους θα καθορίζονται από τον ρυθμό των μηχανών. Η βιομηχανική παραγωγή απαιτεί έντονο καταμερισμό εργασίας και εξειδίκευση. Με τη σειρά της η εξειδικευμένη εργασία προϋποθέτει ότι θα πρέπει να υπάρχει ένα ολόκληρο εκπαιδευτικό σύστημα και μια μαζική κοινωνία με πολύπλοκες σχέσεις και ρόλους. Βεβαίως ο έντονος καταμερισμός εργασίας και η εξειδίκευση είναι κάθετα αντίθετοι προς την ελευθερία των κινήσεων και την σκέψη των ανθρώπων. Αφού η μονοσήμαντη ενασχόληση αλλοτριώνει τους ανθρώπους από την πραγματικότητα της φυσικής ολότητας. Αυτό όμως που ταυτίζει πλήρως την βιομηχανική παραγωγή με την κυριαρχία είναι το ότι για να λειτουργήσει στρέφεται ενάντια στον φυσικό κόσμο καταστρέφοντας τον. Η ύπαρξη της βιομηχανικής παραγωγής προϋποθέτει ασφαλώς την κατασκευή της άγνοιας και την αλλοτρίωση του κοινωνικού χώρου από την φύση. Για να λειτουργεί η βιομηχανική παραγωγή πρέπει να κατασπαράζεται η γη και να τρυπιέται για να υπάρχουν καύσιμες ύλες. Να μολύνονται τα νερά, να διαλύονται οι βιότοποι και να εξολοθρεύονται μαζικά φυτικοί και ζωικοί οργανισμοί.

Η εκβιομηχάνιση της παραγωγής και η πιο σύγχρονη εφαρμογή της υψηλής τεχνολογίας είχε ως αποτέλεσμα να αλλάξει και να αλλοιώσει καταλυτικά τον τρόπο ζωής των ανθρώπων. Οι σύγχρονες πόλεις και ο τυποποιημένος και πλήρως ελεγχόμενος τρόπος ζωής σε αυτές είναι συνέπεια της τεχνολογικής ανάπτυξης. Η αστικοποίηση, η γιγάντωση των πόλεων, τα πλήθη των πεινασμένων, η κατασκευή παραγκουπόλεων και πολλά άλλα κοινωνικά προβλήματα του σύγχρονου τρόπου ζωής (ναρκωτικές ουσίες, αποξένωση, αυτοκτονίες, διάφορες αρρώστιες) είναι μεγάλα προβλήματα που πηγάζουν από την εξάρτηση των ανθρώπων από το βιο-μηχανικό-τεχνολογικό σύστημα, το κράτος και τις εξουσιαστικές σχέσεις.

Η βιομηχανική παραγωγή δεν είναι μια ουδέτερη διαδικασία, αλλά εφευρέθηκε, εξελίχθηκε και λειτουργεί μέσα από εξαναγκαστικές διαδικασίες και εξουσιαστικές κοινωνικές σχέσεις. Η ύπαρξη του κρατικού μηχανισμού όπως και κάποιου οικονομικού συστήματος είναι απαραίτητοι μηχανισμοί για την ύπαρξη της βιομηχανίας. Το οικονομικό σύστημα είτε ονομάζεται καπιταλισμός, είτε κομμουνισμός είτε οτιδήποτε άλλο δεν έχει διαφορά από τη στιγμή που διαχειρίζεται και εξασφαλίζει την τάξη για την ομαλή λειτουργία της βιομηχανικής παραγωγής και των πόλεων.

Πολλά κομμουνιστικά καθεστώτα τον περασμένο αιώνα, αλλά και σήμερα πήραν την εξουσία σε διάφορες χώρες του κόσμου, με την ΕΣΣΔ να αποτελεί το πιο τρανό παράδειγμα υπαρκτού σοσιαλισμού. Αυτοί οι κομμουνιστές βάλθηκαν να χρησιμοποιήσουν τη βιομηχανική παραγωγή θεωρώντας ότι το πρόβλημα έγκειται στο ποιος κατέχει τα μέσα παραγωγής. Το αποτέλεσμα ήταν να γίνουν ένα και το αυτό με το παγκοσμιοποιημένο σύστημα κυριαρχίας.

Ο αντιεξουσιαστικός ή ελευθεριακός κομμουνισμός διαχωρίζει τη θέση του από τον υπαρκτό σοσιαλισμό στο σημείο που απορρίπτεται ο κρατικός μηχανισμός. Όμως ποια η διαφορά αν την εξουσία την κατέχει κάποιο κομμουνιστικό κόμμα από το να την κατέχει «η εθνική συνομοσπονδία εργατών»; Ποια η διαφορά από το να έχουμε για χρήμα ευρώ, δραχμή ή δολάριο από το να έχουμε κουπόνια; Από τη στιγμή που υπάρχει πρόθεση να αντικατασταθούν οι κρατικές δομές από κάποιες άλλες δομές παρόμοιου τύπου είναι αυτονόητο ότι η πρόθεση αυτή επικεντρώνεται στη μεταρρύθμιση των υπάρχουσων δομών κι όχι στην καταστροφή τους με προοπτική την ολική απελευθέρωση.

Κάθε προσπάθεια που επικεντρώνεται στην αυτοδιαχείριση του βιο-μηχανικό-τεχνολογικού συστήματος κυριαρχίας είναι καταδικασμένη να αναπαράγει τις εξουσιαστικές σχέσεις, τους ρόλους, την αλλοτρίωση, τη συνέχιση της λεηλασίας του φυσικού κόσμου και εν τέλει την αναδόμηση του κρατικού μηχανισμού με άλλο προσωπείο. Ένα κοινωνικό -οικονομικό -πολιτικό σύστημα, είτε το ονομάζουμε εξουσιαστικό, είτε κομμουνιστικό, είτε ελευθεριακό από τη στιγμή που θα επιχειρήσει να διαχειριστεί τη βιομηχανική παραγωγή και την υψηλή τεχνολογία, θα είναι εξ ορισμού ένα σύστημα κυριαρχίας.

Θεωρούμε ότι το ζήτημα της ολικής απελευθέρωσης και της αναρχίας δεν απευθύνεται μόνο στο ανθρώπινο είδος, αλλά αφορά ολόκληρη τη βιόσφαιρα. Επειδή η απελευθέρωση και η αναρχία θα υπάρξουν μόνο όταν καταστραφεί η αλλοτρίωση των ανθρώπων από τη φύση και όταν επιτευχθεί η αρμονική συνύπαρξή τους. Αν επιχειρήσουμε να προσαρμόσουμε ιδεολογικά την αναρχία με βάση τις υπάρχουσες δομές της βιομηχανίας, της υψηλής τεχνολογίας, των καταναλωτικών και διατροφικών προτύπων, στην πόλη και τον πολιτισμό στο σύνολό του, τότε θα έχουμε κατασκευάσει άλλο ένα τεχνητό έκτρωμα στο όνομα της ελευθερίας.

Η αναρχική θεώρηση δεν είναι ένα πολιτικό εργαλείο για να κάνουμε αντιπολίτευση στο καθεστώς, αλλά ούτε και ένα εναλλακτικό μοντέλο για τη διαχείριση της βιομηχανικής αθλιότητας. Είναι η θεώρηση για τη συνολική καταστροφή των δομών της κυριαρχίας, μια θεώρηση για την αρμονία με τον φυσικό κόσμο και την ολική απελευθέρωση.

Ο σύγχρονος βιομηχανικός τρόπος ζωής, κατά το δυτικό μοντέλο, βασίζεται στον αγώνα για την κάλυψη ενός συνόλου από πλαστές υλικές ανάγκες και υπηρεσίες. Για την κάλυψη αυτών των αναγκών, ενός μέρους της ανθρωπότητας, θυσιάζεται ο φυσικός κόσμος, συντηρείται η ανισότητα, η εξαθλίωση όπως και η πείνα στον τρίτο κόσμο. Και όμως, οι άνθρωποι μπορούν να ζήσουν χωρίς τη βιομηχανία, όπως μπορούν και να ζήσουν χωρίς κράτος όπως έκαναν για δεκάδες χιλιάδες χρόνια.

Προς την κατεύθυνση της συνολικής απελευθέρωσης θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε ως άνθρωποι τι ακριβώς είμαστε πάνω σε αυτόν τον πλανήτη. Είμαστε ένα είδος κυριαρχικό που θέλει να καταστρέφει τον υπόλοιπο κόσμο, απειλώντας τον συνολικά με εξαφάνιση ή ένα είδος που θέλει να απολαύσει τη ζωή αφήνοντας όλους τους ανθρώπους και τα υπόλοιπα είδη ζωής να ζήσουν;

Ο ανθρωποκεντρισμός ήταν πάντα ο βασικός τρόπος σκέψης που καλλιεργούσε η κυριαρχία για να διαιωνίζεται και να αναπτύσσεται ο πολιτισμός. Για να ζήσουμε χωρίς τα δεινά της κυριαρχίας και του πολιτισμού οφείλουμε να αρνηθούμε τη μυωπική οπτική του ανθρωποκεντρισμού και να αποκτήσουμε μια συνολική οικοκεντρική αντίληψη για το πού βρισκόμαστε.

Για να γευτούμε ως άνθρωποι τους καρπούς της αναρχίας είναι προϋπόθεση να καταστρέψουμε το κράτος, όλες τις εξουσιαστικές σχέσεις, αλλά και τις δομές που αναπαράγουν την κυριαρχία, όπως είναι η βιομηχανική παραγωγή και οι πόλεις.

Σύμπραξη για την αναρχία

Πηγή: http://adamasto.squat.gr

Οι μελλοντικές κοινωνίες δεν μπορούν παρά να είναι Αναρχικές και πλήρως συμφιλιωμένες με τη Φύση

Πηγή: http://futura-blog.blogspot.gr/2009/01/blog-post.html

[Το κείμενο αυτό γράφτηκε πριν από τις εξεγέρσεις του Δεκέμβρη, μέσα στον Νοέμβρη του 2008, και το διόρθωσα χωρίς να τις λάβω υπόψη μου. Αν και σε μια πρώτη ματιά φαίνεται ανεπίκαιρο, αποκαλύπτει τα ιδεολογικά κίνητρα της συμμετοχής μου στα γεγονότα των ημερών. Πρόκειται για την συντομευμένη εκδοχή ενός δοκιμίου που επεξεργάζομαι. Στην τελική μορφή του το δοκίμιο αυτό φιλοδοξεί να είναι τόσο ένα μανιφέστο όσο και μια απόπειρα διερεύνησης των προοπτικών του ελευθεριακού σοσιαλισμού, εμπλουτισμένου με τις ιδέες μιας αναρχικής οικολογίας και την θεωρητική επεξεργασία των νέων εμπειρικών δεδομένων που διαμορφώνει η τρέχουσα πραγματικότητα. Μ.Π.]

Η άρνησή μας να συνεχίσουμε να στηρίζουμε το απάνθρωπο, άδικο και οικολογικά καταστροφικό καπιταλιστικό σύστημα είναι δεδομένη και απαρέγκλιτα δεσμευτική. Εξίσου δεσμευτική και η απόφασή μας να εργαστούμε ώστε να δώσουμε συγκεκριμένη (όχι πάγια) μορφή στον κόσμο που οραματιζόμαστε. Επιθυμία μας είναι να διασώσουμε τη φύση και να ξεπεράσουμε τις συνθήκες και τις λογικές της ανισότητας, της κυριαρχίας, του διαχωρισμού και της εκμετάλλευσης, να δημιουργήσουμε πολύμορφες, αυτόνομες και ελεύθερες κοινωνίες, πέρα από τα φύλα, τις φυλές, τα έθνη, τα γένη και τις τάξεις – το «βασίλειο της ελευθερίας» που δεν γνωρίζει αντινομίες (αν και ως ανθρώπινο δημιούργημα κάθε κοινωνία θα γνωρίζει αναπόφευκτα διαφωνίες, αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις).

Σε αυτή την αναζήτηση των μονοπατιών της υπέρβασης, της επαναστατικής κοινωνικής αλλαγής ένα από τα ερωτήματα που τίθενται επιτακτικά και επιζητούν τη συνδρομή μας στην απάντησή του είναι το εάν αυτές οι κοινωνίες θα είναι συγκεντρωτικές, κάθετα δομημένες κοινωνίες του ετεροπροσδιορισμού ή αν θα είναι αποκεντρωμένες, οριζόντια δομημένες κοινωνίες του αυτοπροσδιορισμού. Με άλλα λόγια, αν θα επιμείνουμε να θεωρούμε μοναδική επιλογή την με κάθε κόστος συνεχή οικονομική ανάπτυξη μέσα από την πρόοδο που υπόσχεται ότι διασφαλίζει το κράτος και η εξέλιξη της τεχνοεπιστήμης ή αν θα πρέπει να σκεφτούμε διαφορετικά, πιθανώς με όρους μιας δυνατότητας απο-ανάπτυξης της οικονομίας και πραγματικής ανάπτυξης της κοινωνίας χωρίς κράτος. Η όποια απάντηση επιλέξουμε να δώσουμε στο παραπάνω ερώτημα θα προσανατολίσει, χωρίς άλλο, τη θεωρητική κατεύθυνση, τις πολιτικές πρακτικές και τον τρόπο δράσης μας τώρα αλλά και για όσο θα χρειαστεί στο άμεσο μέλλον.

Το συγκεκριμένο ερώτημα καθαυτό μας οδηγεί στο μάλλον ήδη προφανές συμπέρασμα ότι τόσο η παραγωγική διαδικασία όσο και η διανομή και η κατανάλωση των πάσης φύσεως αγαθών, υλικών ή άυλων, που χρειάζεται και απαιτεί μια κοινωνία ανθρώπων για την επιβίωση, την αναπαραγωγή και την ανάπτυξή της, είναι πρωτίστως κοινωνικό ζήτημα και όχι απλώς ένα ζήτημα πολιτικής οικονομίας. Αφορά τη συγκρότηση της κοινωνίας και τις παραγωγικές της δυνατότητες, τις συνεπαγόμενες κοινωνικές και παραγωγικές σχέσεις των ατόμων μέσα σε αυτήν. Αφορά δηλαδή στην κατανομή της εξουσίας, στη νομή των πόρων, στον καταμερισμό και την εκμετάλλευση της εργασίας, στην ιδιοποίηση των παραγωγικών μέσων και της γνώσης από συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις, κ.ο.κ. Σε καμία περίπτωση πάντως δεν πρόκειται για ένα τεχνοκρατικό πρόβλημα «ορθής διαχείρισης» των «κοινών», που η «οικονομική επιστήμη» θα επιλύσει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, οπωσδήποτε με «αντικειμενικά» κριτήρια και με «ρεαλισμό», και που η «πολιτική», μέσω του κράτους, θα εγγυηθεί ότι, βαδίζοντας στο στέρεο έδαφος της «επιστημονικής αλήθειας», θα υλοποιήσει στην πράξη ως το μοναδικά εφικτό πρόγραμμα «ορθής οργάνωσης» της κοινωνίας, επικαλούμενη αφηρημένα το «γενικό συμφέρον» και την «ανθρώπινη πρόοδο».

Μπορεί υπό τις παρούσες συνθήκες να μοιάζει φυσικό, όμως η σχεδόν ολοκληρωτική καθυπόταξη της κοινωνίας στην οικονομία απηχεί την υποκινούμενη από την εγγενή λογική του καπιταλιστικού συστήματος υπερτροφία του ατομικού συμφέροντος έναντι του γενικού, αλλά καταδεικνύει συνάμα πώς οι άνθρωποι, όταν αναγνωρίζουν (συγγνωστά ή όχι) την πρωτοκαθεδρία του ατομικού συμφέροντος έναντι του κοινωνικού και πράττουν αναλόγως, δημιουργούν κοινωνικές σχέσεις που τους εγκλωβίζουν και τους δεσμεύουν αντί να τους απελευθερώνουν και να τους επιτρέπουν να αναπτυχθούν σύμφωνα με τις ιδιαίτερες δυνατότητές τους. Η εξατομίκευση και η αλλοτρίωση των ανθρώπων στο πλαίσιο της επέκτασης των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων και του αστικού πολιτισμού προκάλεσε σταδιακά την αποσάθρωση των θεμελίων της συνοχής των κοινωνιών, και ευνόησε την υπερτροφία του αστικού κράτους, που αναπτύχθηκε εξ αρχής ως απαραίτητος διαμεσολαβητικός θεσμός για την εύρυθμη λειτουργία της καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς.

Παρά όμως τις όποιες ποικίλες συζητήσεις που προφανώς εγείρει ένα τέτοιο ζήτημα, πιστεύω ότι θα πρέπει να επιμείνουμε στο αρχικό μας ερώτημα. Στις συνδηλώσεις του ερωτήματος αυτού, και συνεπώς και στα συνεπαγόμενα της όποιας απάντησης πιθανώς θα δοθεί, διακυβεύονται πολλά. Πρωτίστως, η δυνατότητα διαμόρφωσης μιας εφικτής εναλλακτικής λύσης, που θα μπορούσε να αποτελέσει ένα «μοντέλο» κοινωνικής οργάνωσης το οποίο θα ήταν μια πειστική αντιπρόταση στα πολύπλοκα ζητήματα που αφορούν τις κοινωνίες στην ιστορική φάση που βρισκόμαστε σήμερα.

Κάθε ανάλογη πρόταση δεν πιστεύουμε ότι πρέπει να διατυπωθεί ως πρόγραμμα ενός πολιτικού κόμματος (που ως πολιτικός σχηματισμός δεν μπορεί παρά να είναι κατάλοιπο του παλαιού που πρέπει να ξεπεραστεί), αλλά μέσα από ένα μαζικό κοινωνικό κίνημα των κινημάτων με ελευθεριακό προσανατολισμό, που θα οικοδομήσει μέσα από την ίδια την ανάπτυξή του διαφορετικές, μη καπιταλιστικές, μη εξουσιαστικές, αυτόνομες και ελεύθερες σοσιαλιστικές κοινωνίες, όχι καταλαμβάνοντας την εξουσία, αλλά εξαλείφοντάς την στην πράξη, εκριζώνοντας ταυτοχρόνως τις προϋποθέσεις ύπαρξης και αναπαραγωγής της σε ολόκληρο το φάσμα των κοινωνικών σχέσεων και ελέγχοντας αποτελεσματικά τις απαραίτητες να διατηρηθούν μορφές της.

Δεν φτάνει, όμως, μόνον αυτό: ένα τέτοιο κίνημα πρέπει να αναλάβει επίσης την ευθύνη να απελευθερώσει τη φύση από το «αντικείμενο φύση» το οποίο, ακριβώς ως αντικείμενο, υποτάσσεται σε μια διπλή κυρίευση στον αστικό πολιτισμό, οδηγούμενη με βήμα ταχύ στον πλήρη αφανισμό. Η κυριαρχία αυτή επί της φύσης επιβάλλεται, αφενός, ως εννοιοποίηση, δηλαδή ως «επιστημονική γνώση», αναπαράσταση της ολότητας ή της μερικής όψης του έκαστου είναι ή του εκάστοτε γίγνεσθαι, με αιτιώδη συνάφεια και σύμφωνα με έλλογα σχηματισμένες γενεαλογικές αλυσίδες, ταξινόμηση σε κατηγορίες, είδη και γένη, που την καθιστούν ελέγξιμη και χειραγωγήσιμη, και, αφετέρου, ως κυριολεκτική υπόταξη της ίδιας της υλικότητας της φύσης, την οποία εκμεταλλεύεται με κάθε τρόπο η τεχνολογία και η τεχνική στο ρυθμό που υπαγορεύουν πρωτίστως όχι οι ανθρώπινες ανάγκες, οι επιθυμίες και τα ενδιαφέροντα, αλλά σύμφωνα με την αδηφάγο, καταστρεπτική λογική του κεφαλαίου και του κέρδους.

Η ανάπτυξη της γνώσης, της επιστήμης και της τεχνολογίας, στο πλαίσιο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, στρέφεται, παρά τις όποιες διακηρυγμένες προθέσεις της, στον εργαλειακό ορθολογισμό των μέσων• επιδιώκοντας την αποτελεσματικότητα, τη λειτουργικότητα και την αποδοτικότητα, εξυπηρετώντας δηλαδή το κεφάλαιο, εγκαταλείπει στη λήθη της αοριστίας τους σκοπούς. Πραγματιστική και θετικιστική, μακριά δήθεν από απατηλά και υποκειμενικά ηθικά κριτήρια, άσπιλη τάχατες από ιδεολογίες, η απατηλά ουδέτερη δραστηριότητα της τεχνοεπιστήμης αποκτά έναν αυτόνομο γνωσιολογικό προσδιορισμό που δεν λαμβάνει ουσιαστικά υπόψη του καμία άλλη αρχή πέρα από την ίδια την εξέλιξή της, μακριά από κάθε κοινωνικό έλεγχο και ηθική δέσμευση. Ήδη από τα πρώιμα στάδιά τους στις απαρχές της νεωτερικής εποχής, τεχνοεπιστήμη, κεφάλαιο και κράτος είναι άρρηκτα συνδεδεμένα, σε μια συμβιωτική σχέση που αλληλοτροφοδοτεί την ανάπτυξή τους σε βάρος, όπως αποδεικνύεται εν τέλει, της φύσης και της κοινωνίας. Παρά τις όποιες, και είναι σίγουρα πολλές, ορατές βελτιώσεις στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για το θετικό ισοζύγιο της υλικής ανάπτυξης αν δεν προσμετρήσουμε τις σοβαρές απώλειες κυρίως σε αυτό που αποκαλούμε «περιβάλλον», στον ίδιο δηλαδή τον κόσμο μας. Μια υπ’ αυτούς τους όρους ανασκόπηση των δεδομένων προκαλεί αναμφίβολα βαθύ σκεπτικισμό.

Αν κάθε επιστημονική και τεχνολογική ανακάλυψη είναι «πρόοδος», μια ακόμα «κατάκτηση του πνεύματος», είναι, ταυτοχρόνως, και μια κοινωνική επιταγή με ισχυρότατη δύναμη αναπροσδιορισμού των οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών σχέσεων: αυξάνοντας την πολυπλοκότητα της διαχείρισης και τη διαμεσολάβηση ολοένα και πιο αδιαφανών στρωμάτων εξειδικευμένης γνώσης, αποξενώνονται όλο και περισσότερο οι άνθρωποι από τον εαυτό τους, την εργασία τους, τα αντικείμενα, την κοινωνία και τον κόσμο γύρω τους.

Πολιτισμός σήμαινε ανέκαθεν υποταγή της φύσης. Οι άνθρωποι δεν έχουν άλλον τρόπο να συντηρήσουν και να αναπαράγουν την ύπαρξή τους παρά μόνο μεταβολίζοντας τη φύση με την εργασία τους, αποσπώντας από αυτήν αξίες χρήσεις με την οποία παράγουν τη ζωή τους, επινοούν και αναπτύσσουν τις δυνατότητές τους. Η ποιοτική αλλαγή σε αυτή τη σχέση που επέφερε η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνατοτήτων των ανθρώπων (αιτία και αποτέλεσμα ταυτοχρόνως ποικίλων παραγόντων και συγκεκριμένων ιστορικών συνθηκών), και η οποία έλαβε τη μορφή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, κυρίως από τη δεύτερη, τη βιομηχανική φάση και ύστερα, οδήγησε στην εντατική υπερεκμετάλλευση κάθε δυνατότητας που μπορεί να αποφέρει κέρδος. Η ραγδαία εξάπλωση των καπιταλιστικών σχέσεων διατάραξε μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα την ισορροπία που διατηρούσε σχεδόν αμετάβλητες τις περιβαλλοντικές συνθήκες επί πολλούς αιώνες, πιθανώς κατά ανεπανόρθωτο τρόπο.

Είναι νομίζω πρόδηλο ότι η κριτική ανάλυση είναι απαραίτητη προκειμένου να κατανοήσουμε σαφέστερα τις ενδεχόμενες δυνατότητες που παρουσιάζονται στην παρούσα φάση, και τους πιθανούς όρους ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος, με στόχο την απελευθέρωση της φύσης, της κοινωνίας και των ανθρώπων. Μια τέτοια ανάλυση έχει νόημα φυσικά μόνο σε σχέση με αυτόν τον επαναστατικό σκοπό, όταν γίνεται δηλαδή από μια ενσυνείδητη θέση για την εκ θεμελίων αλλαγή της κοινωνίας, ειδάλλως εκπίπτει σε ακόμη μία θετικιστική επιστημονική εποπτεία, δηλαδή σε γνώση που μπορεί να συσσωρεύεται και να αναπαράγεται όπως το οικονομικό κεφάλαιο, έτοιμη ανά πάσα στιγμή προς χρήση αναλόγως το ζητούμενο, ιδεολογικοποιημένη αλλά χωρίς ηθική στάση, ο ιδιότυπος φετιχισμός μιας εξουσιαστικής «αλήθειας» που εύκολα μετατρέπεται σε εμπόρευμα. Αυτή η «γνώση» είναι προφανές ότι δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να φωτίσει το δρόμο μας για τον αυτοπροσδιορισμό και την αυτοπραγμάτωση, να οδηγήσει δηλαδή στην επινόηση των δυνατοτήτων μας ως μορφών ανάπτυξης της ύπαρξής μας, των ατόμων και της κοινωνίας, καθώς πραγμοποιεί τον ζωντανό κόσμο, επιβάλλοντας την εργαλειακή ορθολογικότητα του ωφελιμισμού και του πραγματισμού και μας βαστάει δέσμιους στο κάτεργο της ανάγκης, στη φυλακή του κεφαλαίου και της ανταλλακτικής αξίας, σ’ έναν κόσμο-βασίλειο του εμπορεύματος. Ο φετιχισμός του εμπορεύματος παγιώνει τη διαδικασία (τη ζωντανή εργασία και τις κοινωνικές σχέσεις που τη μετατρέπουν σε νεκρή εργασία, σε συσσωρευμένο κεφάλαιο) σε μορφή που εξωτερικεύεται και αποκτά υπόσταση ως ανταλλακτική αξία, γίνεται δηλαδή εμπόρευμα που δεν είναι πλέον απλώς προϊόν με χρηστική αξία. Εμπόρευμα που συνάπτει αξιακές «σχέσεις» με άλλα εμπορεύματα-υποστάσεις, δημιουργώντας έναν μεταφυσικό κόσμο των εμπορευμάτων και των ανταλλακτικών αξιών. Όμως, ο φετιχισμός αυτός δεν είναι μόνο συνεπακόλουθο της ιδεολογίας που συγκαλύπτει τις πραγματικές κοινωνικές σχέσεις που παράγουν την αξία, τις σχέσεις εκμετάλλευσης που αποσπούν την υπεραξία της εργατικής δύναμης (της παραγωγικής ικανότητας των ατόμων, είτε αυτή είναι χειρωνακτική είτε διανοητική) που εκμισθώνεται για την παραγωγή κάθε λογής εμπορευμάτων, υλικών ή άυλων, όντας εμπόρευμα η ίδια• είναι η αντανάκλαση στο συμβολικό επίπεδο των ίδιων αυτών των σχέσεων υπεξαίρεσης της υπεραξίας, δηλαδή των σχέσεων ανισότητας ως προς την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και της ίσης πρόσβασης σε αυτά, της εκμετάλλευσης αλλά και της γενικότερης άνισης κατανομής της εξουσίας σε κάθε επίπεδο της κοινωνίας.

Η ανταλλακτική αξία, εκφρασμένη ως «τιμή» (που είναι κυμαινόμενη συγκριτικά, και όχι σταθερή και άπαξ), εμπλέκει τα άτομα σε ένα «αντικειμενικό» σύστημα συγκρίσιμων αξιών, που το ίδιο γίνεται μέτρο για ολόκληρο τον υπόλοιπο κόσμο, όπως γίνεται και για το κάθε άτομο, που μπορεί πια να προσαρμόζει την «ανορθολογική» βιωματική εμπειρία του σε ένα «ορθολογικό», εξωτερικό και «αντικειμενικό», σύστημα τιμών. Σε έναν τέτοιο κόσμο, όπου το «κάθε πράγμα έχει την τιμή του», όπου κάθε τι είναι «εμπόρευμα», η κατοχή του μέσου-χρήματος που μπορεί να ανταλλαχτεί με κάθε εμπόρευμα ως αφηρημένο γενικό ισοδύναμο, ο «πλούτος» με άλλα λόγια, γίνεται δυνάμει σκοπός για τον καθένα: το κλειδί για έναν υλικό παράδεισο, που δεν κείται στο επέκεινα, αλλά είναι εδώ, και ασκεί μια ακατανίκητη γοητεία σε όλους. Αν και δεν έχουν περάσει όλοι τις πύλες του, είναι πολλοί εκείνοι που το έχουν κάνει και ακόμα περισσότεροι εκείνοι που έχουν κρυφοκοιτάξει πίσω απ’ αυτές, αποδεικνύοντας ότι πρόκειται για απτή πραγματικότητα και όχι απλώς για χίμαιρα. Όλοι μπορεί να βρουν τη θέση τους εκεί ή, τουλάχιστον, έτσι ελπίζουν… Και είναι αναμφίβολα πολλοί εκείνοι που θα υπερασπίζονταν ακόμα και με τη ζωή τους το δικαίωμά τους στην ελπίδα αυτή.

Πώς, λοιπόν, μπορεί να οργανωθεί και να πραγματοποιηθεί η συνολική ρήξη (η ανατροπή του καπιταλισμού δηλαδή) στο πλαίσιο ενός τέτοιου συστήματος, που υπόσχεται τον επί γης παράδεισο και που, αν και σε αρκετά περιορισμένο βαθμό προς το παρόν, καταφέρνει να υλοποιήσει αυτήν την υπόσχεση έστω για κάποιους, ενώ παράλληλα καλλιεργεί επιμελώς την προσδοκία ότι θα έρθει κάποτε η ώρα που αυτή η ευημερία θα μας αφορά πραγματικά όλους; Πώς πείθεις τους ανθρώπους να καταπνίξουν την επιθυμία τους για εκείνο που είναι απτό, που αν και απόμακρο μοιάζει να είναι εφικτό, προς χάρη της περιπέτειας στο αχαρτογράφητο άγνωστο, στο μη εμπειρικά βιωμένο; Πώς νομιμοποιείται ένα συλλογικό πρόταγμα ριζικής κοινωνικής αλλαγής, όταν στις μέρες μας φαντάζει, αν μη τι άλλο, τουλάχιστον ανέφικτο, μη συναφές με τις τάσεις εξέλιξης της κατακερματισμένης πραγματικότητας που βιώνουμε σχεδόν όλοι στις κοινωνίες που ζούμε;

Όσο οι άνθρωποι καταφέρνουν, έστω και δύσκολα, να «φέρνουν βόλτα» τα ζητήματα της καθημερινής επιβίωσης και των (διαφορετικών κατά περίσταση), άμεσων κυρίως, αναγκών τους, οι σχέσεις τους αναπαράγονται λίγο πολύ εντός των ορίων της σχετικής «συναίνεσης», εντός της ιδεολογίας του συστήματος. Βαρυγκωμούν, αντιδρούν σποραδικά, αλλά σε γενικές γραμμές εντάσσονται και υποτάσσονται στην ανάγκη, στη συνήθεια και στις συνθήκες. Δεν αναζητούν, σε πρώτο λόγο, παρά τη βελτίωση εκείνων των δυνατοτήτων που θεωρούν απαραίτητες για τη ζωή και την ευημερία τους, προβάλλοντας τις επιθυμίες τους μέσα στην κοινωνία της αφθονίας που τους περιβάλλει ολοκληρωτικά σχεδόν, στιλπνή εικόνα που υπόσχεται ευμάρεια και πλέρια ευτυχία. Αυτή η εικόνα είναι αυθύπαρκτη, μια αυτοτελής «πραγματικότητα», καίρια διαμεσολάβηση μεταξύ γίγνεσθαι και είναι, μεταξύ ζωντανής και νεκρής εργασίας. Η αλήθεια ωστόσο είναι ότι η εικόνα αυτή έχει αμαυρωθεί ανεξίτηλα και δεν ανταποκρίνεται πια στον ιδεολογικό της ρόλο, δεν αντανακλά καθαρά πια την «συλλογική επιθυμία». Το χαριστικό δε πλήγμα στην λάμψη της το έδωσε η τρέχουσα «οικονομική κρίση», που, κατά τα φαινόμενα, σύντομα θα μεταβληθεί σε κοινωνική, φέρνοντας στην επιφάνεια την από καιρό σοβούσα δυσαρέσκεια που προκαλεί σε όλο και περισσότερους ανθρώπους το χάσμα προσδοκιών, υποσχέσεων και πραγματικότητας. Ο ταξικός πόλεμος αναπόφευκτα θα κορυφωθεί, αφού τα αδιέξοδα πολλαπλασιάζονται όσο το κοινωνικό χάσμα διευρύνεται. Όμως, στα ρήγματα που προκαλούν οι συγκρούσεις είναι που φυτρώνει ο σπόρος της ελπίδας για τη ριζική κοινωνική αλλαγή.

Για να καρποφορήσει, ωστόσο, η όποια ελπίδα μιας τόσο μεγάλης αλλαγής πρέπει, πρώτα απ’ όλα, να εδραιωθεί η συνείδηση του γεγονότος ότι οι άνθρωποι είναι δημιουργοί της ιστορίας τους, και ότι καμία άλλη εξωτερική, μεταφυσική ή ό,τι άλλο δύναμη, πέρα από τις ίδιες τις υλικές προϋποθέσεις ύπαρξής τους, που αποτελούν σε κάθε περίπτωση το όριο, δεν παρεμβαίνει για να τους επιβάλει τη θέλησή της και να τους υποδείξει τις επιλογές τους. Ότι μπορούν, υποκείμενοι πάντοτε σε περιορισμούς, να αλλάξουν τις συνθήκες της κοινωνίας τους με τη δράση τους και να διαμορφώσουν οι ίδιοι τη ζωή τους.

Μήπως, λοιπόν, η επανάσταση δεν είναι πλέον εφικτή γιατί δεν τη θεωρούμε εμείς εφικτή ή, εν τέλει, είναι οι αντικειμενικές συνθήκες εκείνες που πραγματικά προδιαγράφουν όχι μόνο το ανέφικτο αλλά και την αποτυχία της; Αντίστροφα, δεν οφείλουμε κατά λογική συνέπεια να παραδεχτούμε ότι μπορούμε να αναθεωρήσουμε τις αντιλήψεις μας για το εφικτό ή όχι της επανάστασης, και ότι, αν υπάρχουν πράγματι αντικειμενικές αντεπαναστατικές συνθήκες, υπάρχουν και αντικειμενικές επαναστατικές συνθήκες;

Στον αντίποδα αυτής της επαναστατικής ρητορικής, που στα μάτια των σκεπτικιστών αντιπάλων της εμφανίζεται να καλύπτει κάτω από τον μανδύα της απελευθέρωσης τις πληγές του ολοκληρωτισμού, της ανελευθερίας και της καταπίεσης του ατόμου, αφού μια επανάσταση δεν μπορεί ποτέ να γίνει εξ ονόματος όλων ούτε να ικανοποιεί τις ετερόκλητες επιθυμίες τους ή τα συγκρουόμενα ατομικά συμφέροντά τους, η άποψη που προκρίνει τη σταδιακή μετάβαση σ’ έναν καλύτερο κόσμο, με ήπια μέσα και όσο το δυνατόν πιο «ορθολογικές» (με άλλα λόγια «ασφαλείς» και «σίγουρες») επιλογές μέσα στα όρια του «εφικτού», πείθει πιο εύκολα, επικαλούμενη την «κοινή λογική» και εκμεταλλευόμενη τον κομφορμισμό, την ανασφάλεια και τους βαθιά ριζωμένους φόβους των ανθρώπων. Το κύριο επιχείρημα αυτής της θέσης είναι ότι αλλάζοντας σιγά-σιγά τα πράγματα, με διορθωτικές παρεμβάσεις και επί μέρους μεταρρυθμίσεις, μπορούμε να δημιουργήσουμε καλύτερες συνθήκες ζωής, και να χτίσουμε σταδιακά μια πιο δίκαιη κοινωνία στο μέλλον. Εν τω μεταξύ, αυτή η παραδοχή υπονοεί ότι το υπάρχον είναι ό,τι καλύτερο δυνατόν στις δεδομένες συνθήκες, αφού κάθε φάση της εξέλιξης είναι αναβαθμός που μας φέρνει ολοένα και πιο κοντά στην «αγαθή κοινωνία».

Αν στην πρώτη προσέγγιση ο κίνδυνος που εγκυμονεί η σωτηριολογική-λυτρωτική παρέμβαση μοιάζει να προεξοφλεί ότι κάθε απόπειρα επαναστατικής αλλαγής θα καταλήξει, νομοτελειακά σχεδόν, στην αποτυχία και πιθανότατα σε μια ολοκληρωτική κοινωνία, που θα δημιουργήσει πολύ περισσότερα και κρισιμότερα προβλήματα απ’ όσα ενδεχομένως θα καταφέρει να επιλύσει, στη δεύτερη, ο κίνδυνος παίρνει τη μορφή μιας μάλλον τραγελαφικής αέναης σκιαμαχίας με τα χιλιάδες επί μέρους προβλήματα που ανακύπτουν συνεχώς από την εγγενή δυναμική του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος, και τα οποία, όσο και αν είναι αλληλένδετα, αποσπώνται και αποκτούν τη δική τους οντότητα, μέσα από την αντίφαση και τη συνεχή τριβή του «ιδιωτικού» με το «δημόσιο», ζητώντας επιτακτικά την αδύνατη να επιτευχθεί υπό τις παρούσες συνθήκες οριστική λύση τους, βυθίζοντας έτσι το σύστημα σε παρατεταμένη πολύμορφη κρίση (κοινωνική, οικονομική, περιβαλλοντική) και τους ανθρώπους στη «σχιζοφρένεια».

Με δεδομένες τις υλικοτεχνικές συνθήκες της εποχής μας και το πλαίσιο της «παγκοσμιοποίησης» που επιβάλλεται από τον κυρίαρχο τρόπο παραγωγής, τον καπιταλιστικό καταμερισμό της εργασίας και την αγορά, αλλά ακόμα και από την εξίσου «παγκοσμιοποιημένη» σθεναρή αντίσταση που εκδηλώνεται ποικιλοτρόπως, η συνάφεια των προβλημάτων που εγείρονται σε διαφορετικές «χωροχρονικές ζώνες» του πλανήτη τείνουν να ομογενοποιηθούν ως προς συγκεκριμένα χαρακτηριστικά τους, όπως είναι η οργάνωση της παραγωγής και της κατανάλωσης, ο βαθμός δυνατότητας παρέμβασης του κράτους, η κίνηση του κεφαλαίου, η ρυθμιστική παρέμβαση των διεθνικών πολιτικοοικονομικών οργανισμών και των ΜΚΟ, και φυσικά η «μηντιόσφαιρα». Ποτέ άλλοτε η ολοκληρωτική μορφή δεν είχε τόσο συγκεκριμένα χαρακτηριστικά όσο σήμερα, στην εποχή που το διαδίκτυο, οι τηλεπικοινωνίες, η μαζική κουλτούρα σε κάθε της έκφανση, τα μεταφορικά μέσα και οι πολυεθνικές επιχειρήσεις αποτελούν τις καίριες εκείνες συνιστώσες που επηρεάζουν και διαμορφώνουν τόσο την παραγωγική βάση όσο και το πολιτιστικό εποικοδόμημα των κοινωνιών, εξυφαίνοντας ένα ιστό ολοένα και πιο πυκνό, που τείνει να αγκαλιάσει τα πάντα. Από την άλλη, ο κόσμος γίνεται εμφανώς όλο και πιο πολύπλοκος και είναι κάτι παραπάνω από κοινή συνείδηση πλέον ότι υπάρχουν πολλές διαφορετικές «κοσμοαντιλήψεις» και «οπτικές γωνίες» (όπως υπάρχουν πολλά και διαφορετικά γούστα, απόψεις, επιθυμίες, προσδοκίες, τρόποι ζωής, κ.λπ. κ.λπ.), που όσο κι αν δεν μας αρέσουν ή τις θεωρούμε απατηλές και επικίνδυνες ή ακόμα και αν προκαλούν το μένος μας, διεκδικούν εξίσου επίμονα μ’ εμάς μερίδιο στην «Αλήθεια» που υποχρεωτικά γίνεται, υπ’ αυτό το πρίσμα, σχετική: «η αλήθεια μας», «η αλήθεια τους» κ.λπ. Αυτός ο αναπόφευκτος λόγω των εξελισσόμενων συνθηκών επιμερισμός των αντιλήψεων, που μετατρέπονται πολύ εύκολα σε ιδεολογία κάθε είδους, επιφέρει αφενός την ένταση του ανταγωνισμού με τους «άλλους» αφετέρου την απομάκρυνση από τους «άλλους» και την εσωστρέφεια σε κοινωνικό αλλά και σε ατομικό επίπεδο. Διαπλάθονται έτσι παράλληλα σύμπαντα που ενώ γενεαλογικά και γενετικά κατάγονται ως επί το πλείστον από την ίδια χωροχρονική στιγμή και την πρωταρχική ύλη της Μεγάλης Έκρηξης του cogito, του νεωτερικού υποκειμένου, απέχουν έτη φωτός μεταξύ τους και συνεχώς απομακρύνονται. Οι αυτόνομες συνομαδώσεις ή τα μεμονωμένα άτομα τείνουν να αποδίδουν μεγαλύτερη σημασία στο άμεσο κοινωνικοπνευματικό περιβάλλον τους που τους προσδίδει την ταυτότητά τους και να παραβλέπουν την συνάρτηση και την αλληλεπίδραση των παραγόντων και των διαδικασιών εκείνων που επηρεάζουν ριζικά τόσο τη δική τους θέση μέσα στο γενικότερο πλαίσιο όσο και την ίδια την αντίληψή τους περί της θέσης αυτής.

Αν εισάγουμε τώρα σε αυτή τη σχέση και τον παράγοντα του κεφαλαίου, δηλαδή του δρώντα παράγοντα ο οποίος συναρθρώνει το πλαίσιο και τους όρους ύπαρξης της κοινωνικής πραγματικότητας που δημιουργεί και αναπαράγει στην κίνησή του και στην αντίσταση που συναντά στην τάση του για απόλυτη κυριαρχία, θα αρχίσουμε να σχηματίζουμε ένα πιο σαφές περίγραμμα της προβληματικής μας. Το κεφάλαιο εμπεριέχει μια ριζική αντίφαση που εκφράζεται στην ίδια τη ροπή του και αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση της ανάπτυξής του: ενώ τείνει να δημιουργεί, να συμπεριλαμβάνει και να ομογενοποιεί ολοένα και ευρύτερα πεδία του κοινωνικού πεδίου ταυτοχρόνως καταστρέφει, απονεκρώνει, αποκλείει και διαχωρίζει. Το κυρίαρχο σύστημα, ο καπιταλισμός, επιβάλει καταναγκαστικά τη συνάφεια του τρόπου, διαχωρίζει ωστόσο κάθε ανθρώπινο πράττειν από την αντικειμενική παραγωγική διαδικασία, πραγμοποιεί τις ανθρώπινες σχέσεις και αποδίδει στην αξία (αφηρημένη μορφή) και στο εμπόρευμα (φετιχοποιημένη μορφή) την πρωτοκαθεδρία του ορισμού της πραγματικότητας και της διαμεσολάβησης με την ύπαρξη και τον κόσμο. Αποξενώνει τους πάντες από τα πάντα καταλύοντας κάθε πραγματική σχέση ενώ οικειοποιείται πάσα πτυχή και έκφανση της βούλησης για δράση ανάγοντας καθετί στην υπερβατική γλώσσα του «ατομικού συμφέροντος», της αξίας και του κέρδους. Διακρίνουμε σε αυτήν την αφαίρεση τον πυρήνα της ιδεολογίας μιας «υπερβατολογικής» ολοποιητικής αρχής, αυτού δηλαδή του συστήματος που επιβάλλεται ως ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής και των συνακόλουθων κοινωνικών σχέσεων που προσιδιάζουν στην τάση του για ολοκληρωτική κυριαρχία και στην αναπαραγωγική του ορμή.

Οι πολιτικές ιδεολογίες και θεωρίες αντιμάχονται σφοδρά, υπερασπίζοντας την ορθότητα του δικού τους προτάγματος, της δικιάς τους άποψης για την πολιτική και τον προσανατολισμό της κοινωνίας. Φυσικά, εδώ δεν υπονοούμε μόνο ότι όλες οι πολιτικές ιδεολογίες είναι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ουτοπικές, αλλά και ότι είναι, εκ συκροτήσεως εξουσιαστικές. Κύρια επιδίωξη και βλέψη τους είναι η επιβολή του δόγματός τους και της κοσμοθεωρίας τους και η αναμόρφωση των κοινωνικών δομών και των συμβολικών συστημάτων σύμφωνα με αυτά. Χρησιμοποιούν την εξουσία ως μέσον για να επιβάλουν τον σκοπό τους, δηλαδή την ηγεμονία τους. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί ο αναρχισμός, που αρνείται ριζικά την κυριαρχία, ενώ αποδέχεται μόνον τις απαραίτητες για τις κοινωνικές λειτουργίες μορφές εξουσίας, φιλτραρισμένες από ένα πυκνό πλέγμα κοινωνικού ελέγχου με αμεσοδημοκρατική δομή. Η εξουσία σε μια αναρχική κοινωνία δεν θεσμοποιείται με «ουσιοκρατικά» κριτήρια. Δεν παγιώνεται, δεν αποκτά «ουσία» που να ριζώνει σε κοινωνικές δομές και να αποτελεί προνόμιο μιας (ταξικής, δια-ταξικής ή υπέρ-ταξικής λίγο ενδιαφέρει) ελίτ που με κάθε τρόπο και μέσο θα επιδιώξει να τη διατηρήσει, να την αναπαράγει και να τη διευρύνει. Η βούληση για δύναμη του αναρχικού υποκειμένου δεν το ωθεί να καλλιεργεί βλέψεις εξουσίας επί των άλλων, εκλαμβάνεται ως μη μεταβιβάσιμη ατομική βούληση για τη διατήρηση της ίδιας της ατομικής ελευθερίας του υποκειμένου ως αυτονομίας. Αν αυτή η βούληση ελευθερίας αναγνωριστεί στον καθένα, όλοι βρίσκονται σε μια κατάσταση απόλυτης ισότητας απέναντι στους υπόλοιπους και ο καθένας απέναντι στον άλλον, αφού κανείς δεν αναγνωρίζει σε κανέναν άλλον (άτομο ή ομάδα) το δικαίωμα να επικαλεστεί αυθαίρετα την εξουσία του για να επιβάλει την θέληση ή την άποψή του πάνω του.
Το ασυμβίβαστο του αναρχισμού με την εξουσία δεν τον απαλλάσσει από την ανάγκη θεμελίωσης των αρχών του σε μια νεωτερική αντίληψη του υποκειμένου, ένα συγκροτημένο σημείο «συνείδησης» που αντιπαρατίθεται σε έναν περιβάλλοντα κόσμο και ανασυγκροτείται συνεχώς σε αλληλεπίδραση με αυτό το περιβάλλον σε μια σχέση αλληλοδιαμόρφωσης, ενώ παραμένει σε μια ιδιότυπη κατάσταση αυτοκαθορισμού που του επιτρέπει να αποφασίζει ελεύθερα, να ασκεί τη βούλησή του. Το ζήτημα πάντα είναι κατά πόσο ο ετεροκαθορισμός ή η αυτονομία είναι σε θέση να κάνουν την πλάστιγγα να φαίνεται πως έχει γείρει προς τη μεριά τους. Όμως όλες οι ενδείξεις μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τα πράγματα δεν είναι και τόσο απλά. Και ότι η ατομική βούληση δεν είναι μια άχρονη κατηγορία αλλά διαμορφώνεται ιστορικά, το περιεχόμενο της εκδήλωσή της δεν είναι αυταπόδεικτα η εκφορά της «βαθύτερης» προσωπικής επιθυμίας αλλά πιθανώς είναι εκδήλωση μιας κοινωνικά κατασκευασμένης επιθυμίας. Το κατά πόσο μπορούμε να διαυγάσουμε τα σκοτεινά σημεία της βουλητικής παρόρμησης ως ψυχικού μηχανισμού και να ορθολογικοποιηθούν συγκροτούμενα ως «γνωστικό πεδίο» είναι παντελώς αδιάφορο, καθώς η ίδια η βουλητική παρόρμηση παραμένει εν πολλοίς ασταθής και απρόβλεπτη, και μόνο όταν εκδηλωθεί εμπράγματα μας αποκαλύπτει, εκ των υστέρων πάντοτε, τα πιθανά κίνητρά της. Το να γνωρίζουμε τους μηχανισμούς λειτουργίας της βουλητικής παρόρμησης, σε καμιά περίπτωση δεν μας εξασφαλίζει τη δυνατότητα πρόβλεψης των μορφών και των τρόπων εκδήλωσής της.

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στην αρχή του συλλογισμού μας, προκειμένου να επανασυνδέσουμε το σπασμένο νήμα της πρώτης μας σκέψης και να δούμε πού μπορεί να μας οδηγήσει η απόπειρα περαιτέρω διερεύνησής της, σε σχέση πάντα με τον σκοπό μας, ο οποίος, δεν πρέπει να ξεχνάμε, είναι η ριζική αλλαγή της κοινωνίας. Και η ανάλυσή μας, μια ακόμη προσπάθεια να επεξεργαστούμε τις προϋποθέσεις, τις δυνατότητες και τους όρους που θα καταστήσουν εφικτό το ξεπέρασμα του καπιταλισμού, αποδιαρθρώνοντας και απενεργοποιώντας τις διαδικασίες ανάπτυξης και αναπαραγωγής του με κάθε τρόπο, είτε θετικό είτε αρνητικό, σε συνάφεια ωστόσο πάντα με τον σκοπό, εκτρέποντας τη δυναμική του προς όφελος ενός ανοίκειου για τον ίδιο στόχου: την ολοσχερή καταστροφή του.
Σε κάθε ανάλογη συζήτηση ανακύπτει το ζήτημα της μετάβασης, αλλά και του τι είδους κοινωνία μπορεί να προκύψει στη θέση της σημερινής, και κατά πόσο κάτι τέτοιο είναι εφικτό να γίνει από τη μια στιγμή στην άλλη, ως ρήξη σε μια συνεχή αν και τεθλασμένη πορεία, δηλαδή ως επανάσταση που θα εκτρέψει προς άλλη κατεύθυνση τον ρου της ιστορίας.

Η νομοτελειακή μετάβαση σε μια κοινωνία μετασπάνης μέσω της επιστημονικής και της τεχνολογικής εξέλιξης που θα έλυνε αν όχι όλα τουλάχιστον τα περισσότερα υλικά ζητήματα όταν ο έλεγχος των μέσων παραγωγής θα περνούσε στα χέρια των εργατών, καλλιέργησε φρούδες ελπίδες σε γενιές μαρξιστών σοσιαλιστών. (Οι αναρχικοί, από την άλλη, πέρα από την κατηγορηματική απόρριψη κάθε μορφή κράτους, δεν ενέδωσαν ποτέ σε τέτοιου είδους «επιστημονικές» αντιλήψεις για την αναπότρεπτη, νομοτελειακή έλευση της σοσιαλιστικής κοινωνίας, ειδικότερα μέσα από εκείνη την εξελικτική σκοπιά που θεωρούσε την αστική επανάσταση και τον βιομηχανικό καπιταλισμό πρώιμα στάδια στην πορεία προς τον σοσιαλισμό, αν και για άλλους λόγους υποστήριξαν την «επιστημονικότητα» της εξελικτικής θεωρίας, και ενέδιδαν μέχρι και πρόσφατα σε ορισμένες περιπτώσεις μερικώς σε αυτή την αντίληψη – τόσο ο Μπακούνιν όσο και ο Κροπότκιν, για να αναφερθούμε μόνο σε δύο εμβληματικούς θεωρητικούς του αναρχισμού, υποστήριξαν, ο καθένας με τον τρόπο του, τη διαδεδομένη στην εποχή τους εξελικτική θεωρία αλλά και την πίστη τους στην πρόοδο μέσω της επιστήμης.)
Αυτή η προσέγγιση των μαρξιστών, παραβλέπει την αρνητική εξέλιξη της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, που μας οδήγησε στη σημερινή οικολογική κρίση. Δεν έχει σημασία αν η ανάπτυξη που προκαλεί την κρίση είναι «σοσιαλιστική» ή καπιταλιστική, σημασία έχει ότι η εκμετάλλευση του πλανήτη έχει συγκεκριμένα όρια. Κατανοούμε τώρα, με οδυνηρό μάλλον τρόπο, ότι προκειμένου να αποφύγουμε τα χειρότερα, που ήδη ορθώνονται απειλητικά μπροστά μας, οι επιλογές που διαθέτουμε είναι περιορισμένες και, μάλλον, αμφιβόλου αποτελεσματικότητας. Οι επιλογές αυτές (που εμφανίζονται ως εναλλακτικές λύσεις ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι παρά διαφορετικοί τρόποι για να πειστούμε ότι πρέπει να ακολουθήσουμε έναν και τον αυτό μονόδρομο) βασίζονται στην προσδοκία ότι η τεχνοεπιστήμη θα επιφέρει μια σημαντική ποιοτική μεταλλαγή στις υλικές συνθήκες της ανάπτυξης, με νέες τεχνολογίες και μεθόδους παραγωγής που δεν θα επιβαρύνουν το περιβάλλον, και θα μας καταστήσουν ικανούς για μια πιο λογική διαχείριση και χρήση των φυσικών πόρων (οικοκαπιταλισμός). Είναι όμως προφανές ότι οι επιλογές αυτές μας κατευθύνουν ολοταχώς στην εκ νέου υποταγή σε μια επισφαλή εξάρτηση από την τεχνοεπιστήμη, η οποία υποτίθεται θα ισοσκελίσει το ισοζύγιο αρνητικών-θετικών επιδράσεων της ανεξέλεγκτης παραγωγικής και καταναλωτικής δραστηριότητας αν βαφτεί «πράσινη», κι αν αυτό αφορά σε μια ελεύθερη, σε μια σχεδιασμένη ή σε μια μεικτή οικονομία δεν έχει ιδιαίτερη σημασία.
Προφανώς, οι επιλογές αυτές υπαγορεύονται από ιδεολογήματα που συγκαλύπτουν τον ψευδή χαρακτήρα των διακηρύξεών τους, αφού οι διαφορετικές φάσεις ανάπτυξης των χωρών και η ανισότητα στην οικονομική ισχύ μεταξύ των κρατών δεν επιτρέπουν την ελεύθερη κατανομή της τεχνολογικής γνώσης, μιας γνώσης που και η ίδια αποτελεί σημαντική μορφή αξίας και υπόκειται από κάθε άποψη στους κανόνες της αγοράς ως εμπόρευμα στο πλαίσιο του διεθνούς ανταγωνισμού.
Αυτή η προσέγγιση θέλει να μας φέρνει αντιμέτωπους με το ψευτοδίλημμα «ανάπτυξη ή οπισθοδρόμηση», που ασκεί εκφοβιστικό ρόλο επισείοντας την απειλή της βαρβαρότητας, της γενικευμένης ένδειας και της σπάνης για να μας σύρει πίσω από το τεχνοεπιστημονικό άρμα της «προόδου», που δήθεν θα μας οδηγήσει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στη λύση, στην αποτροπή της επικείμενης καταστροφής. Οι υποστηρικτές της «τεχνοεπιστημονικής λύσης» αποφεύγουν να μας πουν, ωστόσο, ότι η τεχνοεπιστήμη είναι πλήρως υποταγμένη στο κεφάλαιο, αποτελεί συστατικό στοιχείο στην αναπαραγωγή του, και ότι ένα νέο, «φιλικό προς το περιβάλλον» αναπτυξιακό μοντέλο δεν μπορεί να προκύψει ως αποτέλεσμα των δεδομένων παραγωγικών σχέσεων που επιβάλουν τον οικονομικό ανταγωνισμό σε κάθε επίπεδο, άρα με τους ίδιους τούς όρους του προβλήματος. Ακόμα κι αν η επιστήμη έφτανε (κι αυτό θα πρέπει να γίνει πολύ σύντομα!) σε εφικτές και οικονομικά αποδοτικές τεχνολογικές λύσεις στον ενεργειακό τομέα, με την πλήρη αξιοποίηση ενός φθηνού και «καθαρού» ενεργειακού πόρου (π.χ. ηλιακή ενέργεια), η ανάγκη του καπιταλιστικού συστήματος για ανάπτυξη θα συνεχίσει να καταναλώνει ολοένα και περισσότερους άλλους φυσικούς πόρους για να διευρύνει την παραγωγή και την κατανάλωση που είναι απαραίτητες προκειμένου να παραχθεί κέρδος για το κεφάλαιο. Η αδυναμία της τεχνοεπιστήμης να μας βγάλει από την πολλαπλή κρίση είναι προφανής και γι’ αυτό κάθε υπόσχεσή της περί του αντιθέτου είναι εκ προοιμίου ψευδής.

Υπάρχει, όμως, και μια άλλη επιλογή, μια πρόταση που μας παροτρύνει να εγκαταλείψουμε τελείως αυτό το προοδευτικό μοντέλο συνεχούς ανάπτυξης, τόσο στην καπιταλιστική όσο και στη «σοσιαλιστική» εκδοχή του. Να διαμορφώσουμε μια πιο άμεση σχέση με την παραγωγή και τη συλλογική αυτοδιεύθυνση της εργασίας, σε ένα είδος αποκεντρωμένης συνεργατικής παραγωγικής και καταναλωτικής σχετικής αυτονομίας, που εναρμονίζεται με το περιβάλλον και τις πραγματικές (διαφορετικές ανά περίπτωση) ανάγκες των τοπικών κοινοτήτων. Να μειώσουμε το ρυθμό της συνολικής παραγωγής, κοινωνικοποιώντας πλήρως τα μέσα της και τους σκοπούς της. Να επανακτήσουμε τον έλεγχο, να αποαποικιοποιήσουμε την καθημερινότητα, να επαναφέρουμε δηλαδή το ανθρώπινο μέτρο στους ρυθμούς της ζωής μας. Να αναστυλώσουμε, σε ένα ανώτερο επίπεδο, την πολύμορφη κοινωνία των ελεύθερων ανθρώπων.
Όπως είναι αυτονόητο, συντασσόμαστε με αυτήν την απολύτως εφικτή δυνατότητα• με την αποκέντρωση και την αυτονομία, με τον ελευθεριακό σοσιαλισμό και τη συμφιλιωμένη με τη φύση κοινωνία, με τους ανθρώπους και όχι με τα εμπορεύματα. Ο άλλος δρόμος, της συνεχούς ανάπτυξης, που είναι υποτίθεται εξελικτικά αναπόδραστη και φέρνει την πρόοδο μαζί με την οικονομική ευημερία, είναι, από κάθε άποψη, καταστροφικός, όπως αποδεικνύεται με πολλαπλούς τρόπους σήμερα από την οικολογική, την ενεργειακή και την κοινωνική κρίση που απειλεί τον πλανήτη.
Στις δεδομένες συνθήκες επιβάλλεται να στραφούμε σε ένα μοντέλο από-ανάπτυξης, που δεν είναι καθόλου ένα εξελικτικό μοντέλο, αντιθέτως, θα έλεγε κανείς, μας παροτρύνει να «επιστρέψουμε» σε μια κατά πολύ πιο συνετή οικονομική διαχείριση των διαθέσιμων πόρων, στην απελευθέρωση από την εντατική εργασία και στην αλλαγή του κυρίαρχου μοντέλου «πλούτος = συσσώρευση», που όταν εξατομικεύεται, μετατρεπόμενο σε (υπονοείται «φυσικό») «ανθρώπινο δικαίωμα» της ελευθερίας στην ιδιοκτησία, αποτελεί θεμελιώδες αίτιο για την κοινωνική ανισότητα. Όμως, το ότι η από-ανάπτυξη δεν είναι ένα εξελικτικό μοντέλο δεν σημαίνει ότι είναι ένα συντηρητικό μοντέλο ή ότι φανερώνει απλώς μια ρομαντική νοσταλγία για ένα ειδυλλιακό παρελθόν, μια απελπισμένη έκφραση «νεοπρωτογονισμού». Αν θεωρούμε ότι η ριζική κοινωνική αλλαγή είναι αναγκαία για την επίτευξη ενός ποικιλόμορφου, καλύτερου και ευτυχέστερου τρόπου ζωής για όλους, τότε η από-ανάπτυξη είναι επαναστατική και όχι συντηρητική, καθώς μπορεί να μας οδηγήσει σταδιακά σε μια συμφιλίωση με τη φύση και άρα, ως μια εκ θεμελίων αλλαγή των επιλογών μας και του τρόπου παραγωγής και κατανάλωσης που θα υιοθετήσουμε, σε μια ριζική μεταβολή της στάσης μας απέναντι στον κόσμο και, κατά συνέπεια, στο άτομο και στην κοινωνία.

Ο τρόπος μετάβασης σε έναν νέο κοινωνικό τρόπο οργάνωσης παραμένει εν προκειμένω απροσδιόριστος – και, στο κείμενο ετούτο, θα τον αφήσουμε αναπόφευκτα έτσι. Παρόλα αυτά, νομίζω ότι μια κοινωνία απαλλαγμένη από το χρήμα και από το προϊόν-εμπόρευμα, μια κοινωνία που θα ελέγχει συλλογικά τα παραγωγικά μέσα, την τεχνολογία και τους σκοπούς της, δεν έχει σημασία αν θα είναι κοινωνία της «αφθονίας και της ανάπτυξης» ή κοινωνία «ολιγαρκής και αντι-αναπτυξιακή» –γιατί εξαρτάται πώς θα ορίσουμε αυτές τις έννοιες, κάτι που παραμένει εν προκειμένω ρευστό και πρέπει να τεθεί υπό συζήτηση–, θα πρέπει όμως να είναι οπωσδήποτε μια κοινωνία που θα μπορεί να εγγυάται την πραγματική ατομική ανάπτυξη όλων, αφού θα εξασφαλίζει σε όλους τουλάχιστον τα απαραίτητα μέσα διαβίωσής τους, και θα εξασφαλίζει επίσης την εξάλειψη κάθε μορφής εκμετάλλευσης και διαχωρισμών, χωρίς να χρειάζεται να καταφύγει στο οργανωμένο κράτος ως εγγυητή της ασφάλειας, των οικονομικών συναλλαγών και των «ατομικών δικαιωμάτων» (βλ. ατομική ιδιοκτησία = ατομική ελευθερία) ή ως οργανωτή της παραγωγικής διαδικασίας και διαχειριστή του συλλογικού προϊόντος και της συλλογικής γνώσης προκειμένου να συντηρηθεί και να διασφαλίσει την επιβίωση και αναπαραγωγή της κοινωνίας. Μέσα από έναν ριζικά διαφορετικό τρόπο οργάνωσης της παραγωγής, της διανομής και της κατανάλωσης που θα βασίζεται στην αρμονία μέσων και σκοπών, στην αποκέντρωση και στην ισότητα, όχι ως συγκριτικό «μέτρο» που εξισώνει συλλήβδην τις ανάγκες και τις επιθυμίες των ξεχωριστών ατόμων και των κοινοτήτων τους, απαιτώντας την πλήρη στοίχισή τους σε μια νόρμα η οποία δεν λαμβάνει υπόψη τις διαφορές τους, αλλά ως διασφάλιση της ελευθερίας για αυτοανάπτυξη μέσα από την ελεύθερη δράση που ερείδεται στο κοινό δικαίωμα όλων στη διαφορά, οι άνθρωποι θα πάρουν στα χέρια τους τον έλεγχο της ζωής τους, θα καταστούν αυτόνομοι και θα ανασυγκροτήσουν τις σχέσεις τους μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο που θα αποφασίζουν κάθε φορά οι ίδιοι. Θα πρέπει να είναι η βούληση και οι επιθυμίες των ανθρώπων, στις δικές τους τοπικές κοινωνίες, αστικές ή όχι, που θα τους κάνουν να διαχειρίζονται με συλλογικές διαδικασίες, συμμετοχικά, τις πάσης φύσεως ανάγκες τους, τι είναι εκείνα που χρειάζονται πραγματικά ανά περίσταση, και να φροντίζουν για την παραγωγή τους ή την εξασφάλισή τους μέσω ανταλλαγής με άλλες κοινότητες, την επάρκειά τους και τη δίκαιη κατανομή τους με την απαρέγκλιτη εφαρμογή της αρχής: «από τον καθένα σύμφωνα με τις δυνατότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του». Αυτή είναι η πραγματική κοινωνική ισότητα που λαμβάνει υπόψη της τις φυσικές διαφορές των ανθρώπων και σέβεται τις διαφορετικές επιθυμίες και ανάγκες τους. Που συνδέει την ατομική απελευθέρωση με την κοινωνική ολοκλήρωση.

Οι ευσεβείς πόθοι, ωστόσο, όσο κι αν μπορεί να μας δίνουν προσωπικό κίνητρο και ώθηση για προσανατολισμένη προς την απελευθέρωση δράση, δεν αρκούν σε καμία περίπτωση από μόνοι τους για να μετατρέψουν, με οποιονδήποτε τρόπο, την σημερινή καπιταλιστική κοινωνία σε αυτόνομες και πραγματικά ελεύθερες σοσιαλιστικές κοινωνίες. Κάθε δράση που στοχεύει στην ανατροπή των κυρίαρχων συνθηκών είναι θεμιτή και αναγκαία, αρκεί να συνάδει με τους σκοπούς• δεν πρέπει να ξεχνάμε, ωστόσο, ότι είναι απαραίτητες επίσης οι αντικειμενικές εκείνες προϋποθέσεις που θα καταστήσουν επιβεβλημένες κατά κάποιο τρόπο τις όποιες εναλλακτικές λύσεις και θα οδηγήσουν στην εκ θεμελίων αλλαγή της κοινωνίας από τη βάση, μέσα από την ανατρεπτική δυναμική ενός μαζικού, αν και όχι απαραιτήτως μονοδιάστατα οργανωμένου, κινήματος.
Θα πρέπει να ερμηνεύσουμε τις εξελίξεις υπό το πρίσμα της δυνατότητας ανασυγκρότησης ενός πολυδιάστατου «συλλογικού υποκειμένου», ενός υποκειμένου που θα πάρει τη θέση του μονοδιάστατου «προλεταριάτου» που πρωταγωνιστεί στην παραδοσιακή μαρξιστική ανάλυση. Αν και ο κατακερματισμένος από τον ύστερο καπιταλισμό χωροχρόνος και η σχεδόν πλήρης αποικιοποίηση (εμπορευματοποίηση) της καθημερινής ζωής δεν ευνοεί την ανασυγκρότηση μιας «μετα-αφήγησης» που θα συνέδεε ένα συλλογικό πρόταγμα απελευθέρωσης με ένα κοινωνικό συλλογικό «υποκείμενο», με μια κοινωνική τάξη, τίποτα δεν μπορεί να εμποδίσει την αναπαραγωγή και την κορύφωση της σύγκρουσης που προδιαγράφεται από τον χωρίς καμιά έγκυρη νομιμοποίηση, πέρα από τη βία, διαχωρισμό των ανθρώπων σε «κυρίους» και «δούλους», με κάθε μορφή που μπορεί να πάρει αυτή η σχέση (εξουσιαστής-εξουσιαζόμενος, κυρίαρχος-κυριαρχούμενος, εκμεταλλευτής-εκμεταλλευόμενος, καταπιεστής-καταπιεζόμενος, διευθυντής-διευθυνόμενος, πνευματική εργασία-χειρωνακτική εργασία, κ.λπ), και όχι μόνο στο οικονομικό επίπεδο. Η πόλωση και η κοινωνική ένταση είναι οι διαφαινόμενες συνέπειες των εξελίξεων, και δεν θα ήταν παράτολμο να υποθέσουμε ότι η κορύφωσή τους θα προκαλέσει έκρηξη.

Γίνεται έτσι ξεκάθαρο από πολλές απόψεις ότι όσοι από εμάς θέλουμε να συμμετέχουμε στη συγκρότηση ενός συλλογικού επαναστατικού σχεδίου ριζικής κοινωνικής ανατροπής πρέπει, και οφείλουμε, να γνωρίζουμε τις συνιστάμενες του προβλήματος και να προσπαθήσουμε να τις απαλείψουμε ολοκληρωτικά από κάθε πρόταγμα ριζικής αλλαγής με το οποίο δεσμευόμαστε οι ίδιοι. Δεν μπορούμε να χτίσουμε έναν νέο κόσμο με τα φθαρμένα υλικά του παλιού• σε άλλη περίπτωση θα τον αναπαράγουμε ως κακέκτυπο. Όμως χρειαζόμαστε τα υλικά για να χτίσουμε. Θα πρέπει να ξεδιαλέξουμε με υπομονή και προσοχή τα γερά εκείνα κομμάτια του τωρινού, του παλιού (ακόμα και του παλαιότερου ή του αρχαίου κ.λπ.) που μπορούν να αποτελέσουν ένα γερό θεμέλιο για να χτιστεί σε στέρεες βάσεις το νέο. Όλα τα υπόλοιπα θα πρέπει, χωρίς ενδοιασμούς, να απορριφθούν και να πεταχτούν. Δεν χρειαζόμαστε τον θεό, την ατομική ιδιοκτησία, την καταναγκαστική εργασία, το χρήμα, το κράτος, το έθνος, την εξ-ουσία κι ένα σωρό άλλα σαθρά υπολείμματα ενός γκρεμισμένου κόσμου.
Αυτό που είναι επιτακτικά απαραίτητο εάν θέλουμε να ευδοκιμήσει οποιαδήποτε απόπειρα ανατροπής, είναι να δημιουργήσουμε οργανώσεις-“κοινωνικά κύτταρα” με σκοπό να διαμορφώσουμε έναν πολύπλοκο κοινωνικό ιστό, που θα αποδειχτεί το πλέον κατάλληλο έδαφος για να καρποφορήσει το νέο.
Ετούτη η επίκληση για το «νέο» δεν είναι μια «μοντερνιστική» αναλαμπή που προκαλεί η λατρεία του νέου αυτού καθαυτού σαν σύμβολο της προοδευτικής κυριαρχίας του ανθρώπου επί της φύσης, των ρυθμών της και της υλικής της υπόστασης ως πολύμορφου γίγνεσθαι χωρίς εγγενή αιτιότητα και σκοπό. Είναι η έκφραση της επιτακτικής λόγω των περιστάσεων ανάγκης, αλλά και η επιθυμία λύτρωσης από την ιστορική επιταγή που βαραίνει στους ώμους μας, να συμβάλλουμε με όλες μας τις δυνάμεις καθεμία και καθένας προσωπικά, μέσα από συλλογικές απαραίτητα προσπάθειες, στην απελευθέρωση όλων και στο ξεπέρασμα κάθε είδους σχέσεων ανισότητας και κυριαρχίας. Να ζήσουμε τη ζωή μας όπως θέλουμε να τη ζήσουμε: σαν πραγματικά ελεύθεροι άνθρωποι, συμφιλιωμένοι με τον εαυτό μας, τον άλλο και τη φύση. Όχι στο μέλλον, αλλά εδώ και τώρα.

Κρίση και μύθος της πράσινης ανάπτυξης

Πηγή: http://www.babylonia.gr/magazine

– Η Τρίτη βιομηχανική επανάσταση επενδύθηκε με έναν κολοσσιαίο καπιταλιστικό μύθο που έφτανε μέχρι την ουτοπική υπόσχεση της άρσης κάθε εκμετάλλευσης μέσω της τεχνολογίας!

– Οι κρίσεις διακυβέρνησης ρυθμίζονται από την εξουσία με την προσφυγή στο μύθο. Η δημιουργία πολιτικών μύθων λειτουργεί ως ανασύνθεση της συναίνεσης, παράγει καινούργια μοντέλα διακυβέρνησης ικανά να ασκούν τον κοινωνικό έλεγχο, όπου ο εξαναγκασμός δεν μπορεί ή δεν θέλει να φτάσει.

-Η απουσία ριζικών αλλαγών στην παγκόσμια παραγωγή είναι η μεγαλύτερη απόδειξη της ιδεολογικής κατασκευής του μύθου της πράσινης ανάπτυξης.

– Η ουδετερότητα της επιστήμης αποδεικνύεται για μια ακόμα φορά ένα τεράστιο ψέμα καθώς δισεκατομμύρια δολάρια επενδύονται από εταιρίες κολοσσούς σε επιστημονικές ομάδες που χρησιμοποιούν τα όποια επιστημονικά δεδομένα για να παράγουν εφιαλτικά σενάρια πέρα από κάθε επιστημονική μεθοδολογία και λογική.

Όπως έχει διεξοδικά περιγραφεί από τους περισσότερους αναλυτές, ο πυρήνας της σημερινής κρίσης εδράζεται στην ανικανότητα του καπιταλισμού να επενδύει συνεχώς στο φτηνό χρήμα διογκώνοντας περαιτέρω τη ραντιέρικη σφαίρα. Η επένδυση στην κατανάλωση χωρίς εισαγωγή καινοτομίας και αλλαγή του τεχνολογικού υποδείγματος, η προσφυγή στο φτηνό χρήμα για της τροφοδότηση της κατανάλωσης, δημιούργησαν συσσώρευση κεφαλαίου τέτοιου μεγέθους που η οικονομική ερημοποίηση της μεσαίας τάξης (κυρίως μέσω της καθολικής υποθήκευσης των εισοδημάτων στης) έκαναν την ατμομηχανή της κατανάλωσης να αγκομαχεί.

Η θεωρία των οικονομικών κύκλων του Kondratiev μας αποκαλύπτει από τις αρχές του αιώνα πως η οικονομική κρίση δεν αποτελεί το καρκίνωμα του καπιταλισμού, όπως πίστευε ο κλασικός μαρξισμός, αλλά αντίθετα αναγκαίο στάδιο για την αναγέννησή του. Κατά τον Kondratiev, αυτό που πυροδοτεί κάθε καινούργιο κύκλο ανάπτυξης είναι η εισαγωγή καινοτομίας. Η καινοτομία αλλάξει άρδην τη μορφή της παραγωγής αλλά και του ίδιου του προϊόντος μεταλλάσσοντας το κυρίαρχο τεχνολογικό παράδειγμα. Όποιος κλάδος της παραγωγής δεν μπορεί να προσαρμοστεί είναι αναγκασμένος σε κατάρρευση. Η εισαγωγή του νέου τεχνολογικού παραδείγματος δεν γίνεται βέβαια «φυσικά», δεν προκύπτει ως «κοινωνική αναγκαιότητα» και δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι κάθε φορά που ο καπιταλισμός βρίσκεται σε κρίση μπορεί με την ίδια ευκολία να εισαγάγει καινοτομία ικανή να τον βγάλει από το τέλμα.

Η ίδια η Τρίτη Βιομηχανική επανάσταση, η επανάσταση του τεχνολογικού αυτοματισμού, της κυβερνητικής και των υπολογιστών, παρότι αποτέλεσε βασική αιτία για την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και για την οικονομική επέκταση του δυτικού καπιταλισμού στης χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, αποδείχθηκε μια τεράστια φούσκα. Καθώς, όχι μόνο δεν κατάφερε να φέρει τα πολυπόθητα αποτελέσματα που προοιώνιζαν οι θεριστικοί της, αλλά μέσα από μια πολύ μικρή περίοδο ανάκαμψης οδήγησε ξανά τον καπιταλισμό στην ύφεση, στην υπερχρέωση και στη δομική ανεργία. Παρόλα αυτά, η Τρίτη βιομηχανική επανάσταση επενδύθηκε με έναν κολοσσιαίο καπιταλιστικό μύθο που έφτανε μέχρι την ουτοπική υπόσχεση της άρσης κάθε εκμετάλλευσης μέσω της τεχνολογίας!

Τι κάνει όμως σήμερα ο καπιταλισμός μπροστά στην πρωτοφανή του κρίση; Το σίγουρο είναι πως δεν βρίσκεται μπροστά στο χείλος της κατάρρευσης. Και αυτό όχι μόνο γιατί καμία κυρίαρχη τάξη δεν αυτοκτονεί, αλλά και γιατί δεν είναι ορατός σήμερα κανένας συνολικός μετακαπιταλιστικός θεσμός ικανός να προβάλει ως αντίπαλο δέος. Η παρούσα οικονομική κρίση έχει αναμφίβολα ως αποτέλεσμα το τέλος των καπιταλιστικών υποσχέσεων και μαζί τη συνακόλουθη αμφισβήτηση των θεσμών διακυβέρνησης. Οι κρίσεις όμως διακυβέρνησης ρυθμίζονται από την εξουσία με την προσφυγή στο μύθο. Η δημιουργία πολιτικών μύθων λειτουργεί ως ανασύνθεση της συναίνεσης, παράγει καινούργια μοντέλα διακυβέρνησης ικανά να ασκούν τον κοινωνικό έλεγχο, όπου ο εξαναγκασμός δεν μπορεί ή δεν θέλει να φτάσει.

Ποιος είναι όμως ο νέος μύθος του καπιταλισμού; Κατά την άποψή μου, είναι η πράσινη ανάπτυξη. Σήμερα, η πράσινη οικονομία αντιπροτείνεται ως εναλλακτική λύση στα τεράστια οικονομικά, κοινωνικά και οικολογικά προβλήματα. Δεν είναι, όμως, τίποτα παραπάνω από την αλλαγή του τεχνολογικού παραδείγματος. Πρέπει σε αυτό το σημείο να τονίσουμε σε αντίθεση με παλαιότερες ιστορικές αλλαγές στο τεχνολογικό υπόδειγμα, δεν έχουμε εδώ την εισαγωγή καινοτομίας (που συνήθως συνοδεύει αυτές τις αλλαγές) αλλά τη συστηματική αναμόχλευση όλων των προϊόντων της παλαιάς βιομηχανίας έτσι ώστε να πωληθούν με… πράσινη συσκευασία. Η μεγαλύτερη απόδειξη της παραπάνω θέσης βρίσκεται στην ίδια την παγκόσμια βιομηχανική παραγωγή. Σήμερα, σε αντίθεση με κάθε άλλη περίοδο κρίσης, δεν έχουμε την κατάρρευση κανενός κλάδους της παραδοσιακής βιομηχανίας –όπως συμβαίνει πάντα με την εισαγωγή καινοτομίας– αντίθετα παρατηρούμε τις ίδιες καπιταλιστικές πηγές πλούτου να παράγουν τα νέα προϊόντα. Οι ίδιες παραδοσιακές βιομηχανίες αυτοκινήτων λανσάρουν σήμερα υβριδικά αυτοκίνητα, οι πετρελαϊκές εταιρίες είναι οι πρώτες που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή υδρογόνου και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Με έναν σχεδόν μαγικό τρόπο, τα τζάμια των σπιτιών γίνονται πράσινα τζάμια, τα τηγάνια πράσινα τηγάνια, τα καλλυντικά πράσινα καλλυντικά, τα αρώματα πράσινα αρώματα, τα σπίτια πράσινα σπίτια, τα φράγματα πράσινα φράγματα, οι μπαταρίες πράσινες μπαταρίες, ενώ οι διαχρονικά ίδιοι καπιταλιστές αλογομούρηδες μας «πουλάνε»… πράσινα άλογα. Η απουσία ριζικών αλλαγών στην παγκόσμια παραγωγή είναι η μεγαλύτερη απόδειξη της ιδεολογικής κατασκευής του μύθου της πράσινης ανάπτυξης.

Το γεγονός ότι ο καπιταλισμός καταστρέφει τον πλανήτη σε βαθμό που η ζωή σε αυτόν δεν θα μπορεί πια να γίνεται με βιώσιμους όρους, το ότι χρειάζεται αλλαγή κατεύθυνσης σε παγκόσμιο επίπεδο προς μια πορεία που θα σέβεται το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει ο άνθρωπος είναι κάτι παραπάνω από εμφανές. Επειδή, όμως, η αλλαγή αυτή συντελείται υπό κεφαλαιοκρατικούς όρους, όρους δηλαδή όπου η ανθρώπινη εργασία παραμένει ακόμα εμπόρευμα που αγοράζεται και μεταπωλείται με κέρδος, είναι ακόλουθο να φέρει ακόμα μεγαλύτερη εκμετάλλευση και ανεργία καθώς και την πλήρη εργαλειοποίηση της φύσης.

Οι παραδοσιακές κερδοφόρες κρατικές βιομηχανίες παραγωγής ενέργειας –κατά απόλυτο κανόνα κερδοφόρες– αναγκάζονται σήμερα (στο όνομα δήθεν της πράσινης ανάπτυξης) να αγοράζουν ενέργεια από ιδιωτικές επιχειρήσεις που πουλάνε αέρα κοπανιστό από ανεμογεννήτριες που δεν ρυπαίνουν. Η επιβολή της Ευρωπαϊκής οδηγίας για την «απελευθέρωση» της αγοράς ενέργειας μετέτρεψε τη ΔΕΗ μέσα σε μια 2ετία από κερδοφόρα σε υπερχρεωμένη επιχείρηση. Οι κρατικές βιομηχανίες αποκλείονται δια νόμου από τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό, οδηγούνται στον οικονομικό μαρασμό μετακυλώντας τα ελλείμματά τους στους καταναλωτές, απολύουν δεκάδες εργαζόμενους μέσα από συνεχή προγράμματα εξυγίανσης και εν τέλει πωλούνται σε ιδιώτες. Η πράσινη ανταγωνιστικότητα πάει έτσι χέρι-χέρι με τις πιο αντιδραστικές καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στον τομέα της εργασίας.

Παράλληλα, έργα καταστροφής της φύσης (όπως π.χ. το φράγμα του Αχελώου) ονομάζονται πράσινα ενώ βιομηχανίες που παραδοσιακά ρυπαίνουν το περιβάλλον γίνονται πρέσβης καλής θέλησης της ανακύκλωσης, της αναδάσωσης και άλλων τέτοιων τραγελαφικών θεαμάτων. Με την πράσινη ανάπτυξη να γίνεται πια κυβερνητική πολιτική, η εξουσία ορίζει κατά το δοκούν τι πρέπει και πώς να αναπτυχθεί στο όνομα μια περιβαλλοντικής νομιμότητας ala cart. Μέσα στην κρίση και την ενδεχόμενη κατάρρευση προ των πυλών, η ελληνική κυβέρνηση υπόσχεται 30 δισ. ευρώ (ποσό μεγαλύτερο από το περίφημο έλλειμμα του 2009) για τη χρηματοδότηση πράσινων επενδύσεων για την πενταετία 2010-2015. Αλλά και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο η χειραγώγηση του αγροτικού τομέα μέσα από την πολιτική των επιδοτήσεων που οδήγησε για δεκαετίες στον πλήρη έλεγχο της παραγωγής από τις ευρωπαϊκές ελίτ, σήμερα καταδικάζει μια ολόκληρη τάξη σε μαρασμό περιορίζοντας τον αγροτικό πληθυσμό σε ποσοστά κάτω του 5%, σε ένα μοντέλο αγροτικής παραγωγής πλήρως βιομηχανοποιημένο, κεντρικά διευρυνόμενο και με μεγάλες κεφαλαιακές αποδόσεις για μια μικρή κάστα μεγαλοβιομηχάνων της υπαίθρου. Στόχος δεν είναι μόνο η διάλυση της μικρής ιδιοκτησίας –καθώς αυτό έχει γίνει πράξη εδώ και δεκαετίες ειδικά στη δυτική Ευρώπη– αλλά η πλήρης εργαλειοποίηση της φύσης. Δεν είναι λίγοι άλλωστε οι “επιστήμονες” που κραυγάζουν πως τα μεταλλαγμένα τρόφιμα είναι… οικολογικά!

Ο μύθος της κλιματικής αλλαγής

Θα αναρωτιέται κανένας πώς είναι δυνατόν σε παγκόσμιο επίπεδο να μην υπάρχουν σοβαρές έστω ενστάσεις απέναντι στην ιδεολογία της πράσινης ανάπτυξης. Οι λόγοι είναι πολλοί. Από τη μια, είναι γεγονός πως ο σύγχρονος καπιταλιστικός λόγος για την πράσινη ανάπτυξη έχει εγκολπώσει πολλές από τις διαπιστώσεις του ριζοσπαστικού – επαναστατικού οικολογικού κινήματος όπως αυτό ξεπήδησε μέσα από την πανσπερμία των ιδεών του Γαλλικού Μάη του ’68. Και είναι ακόμα σίγουρο πως το δυναμικό αυτού του κινήματος εν πολλοίς εγκατέλειψε την παλαιά επαναστατική του ρητορεία με αποτέλεσα να γίνει πόλος στο αστικό παιχνίδι της εξουσίας. Πόλος, που μάλιστα σε πολλές χώρες της Ευρώπης απειλεί να αντικαταστήσει την πάλαι ποτέ σοσιαλδημοκρατία η οποία άλλωστε έχει σχεδόν υιοθετήσει όλες τις πράσινες αναπτυξιακές εναλλακτικές πολιτικές ως δικές της στρατηγικές. Όμως, ο βασικότερος λόγος που η ιδεολογία της πράσινης ανάπτυξης κυριαρχεί είναι η επιβολή του φόβου της κλιματικής αλλαγής.

Το φάντασμα της κλιματικής αλλαγής πλανιέται πάνω από τον πλανήτη για τουλάχιστον μια 15ετία. Το σενάριο υπερθέρμανσης του πλανήτη, του συνακόλουθου λιωσίματος των πάγων και της κατακλυσμιαίας απότομης αύξηση των θαλασσών είναι σε όλους γνωστό. Το ότι ο καπιταλισμός, βέβαια, καταστρέφει τη φύση είναι κάτι παραπάνω από δεδομένο. Η εξάντληση των φυσικών πόρων, η συνεχής επιβάρυνση της ατμόσφαιρας με τα λεγόμενα αέρια του θερμοκηπίου, η καταστροφή των δασών στο όνομα της ανάπτυξης είναι μια πραγματικότητα. Όμως, ο καπιταλισμός καταστρέφει τη φύση εδώ και τουλάχιστον 2 αιώνες. Τι είναι αυτό που διαφοροποιεί τη σημερινή κατάσταση;

Η απάντηση δεν είναι καθόλου δύσκολη. Είναι η συνεχιζόμενη πετρελαϊκή κρίση. Η συνεχής αύξηση της τιμής του πετρελαίου κυρίως στις περιοχές όπου η άντλησή του ήταν παραδοσιακά φτηνή θέτει επιτακτικά την ανάγκη για αλλαγή του τεχνολογικού παραδείγματος. Η μάχη για την επιτάχυνση αυτών των αλλαγών μεταξύ των αντικρουόμενων συμφερόντων των ελίτ μαίνεται παγκόσμια εδώ και δύο τουλάχιστον δεκαετίες. Η αντίθεση των ευρωπαϊκών ελίτ στον δεύτερο πόλεμο στο Ιράκ, η σχεδόν τραγελαφική κόντρα στο Κιότο, όπου ολόκληρα κράτη ανάλογα με τα συμφέροντά τους έσερναν επιστήμονες τσαρλατάνους που υποστήριζαν πότε το ένα και πότε το άλλο, είναι λίγες από τις πτυχές αυτής της διαμάχης. Πέρα όμως από τις όποιες καθυστερήσεις επέβαλε το οικονομικό λόμπι των πετρελαίων και της βαριάς βιομηχανίας που αναδύθηκε κατά την οκταετία Μπους, είναι κάτι παραπάνω από εμφανές πως η απόφαση για αλλαγή του τεχνολογικού παραδείγματος έχει παρθεί εδώ και πολύ καιρό.

Σε παγκόσμιο επίπεδο η επιβολή του φόβου της κλιματικής αλλαγής συνδέεται με κατακλυσμιαία συνέδρια για το κλίμα που φτάνουν στα όρια της μεταφυσικής. Ενδεικτικό άλλωστε της προπαγανδιστικής φρενίτιδας είναι η παντελώς ατεκμηρίωτη επιστημονικά ραγδαία αύξηση της στάθμης των θαλασσών αλλά και η πρόκληση μεγάλων πλημμύρων και τσουνάμι τα επόμενα χρόνια. (Σημείωση: η αιτία των τσουνάμι είναι μόνο τεκτονική και δεν έχει καμία σχέση με το κλίμα). Η ουδετερότητα της επιστήμης αποδεικνύεται για μια ακόμα φορά ένα τεράστιο ψέμα καθώς δισεκατομμύρια δολάρια επενδύονται από εταιρίες κολοσσούς σε επιστημονικές ομάδες που χρησιμοποιούν τα όποια επιστημονικά δεδομένα για να παράγουν εφιαλτικά σενάρια πέρα από κάθε επιστημονική μεθοδολογία και λογική.

Αειφόρος ανάπτυξη

Στον κεντρικό πυρήνα, τέλος, της ιδεολογία της πράσινης ανάπτυξης συναντάμε την έννοια της αναπτυξιακής αειφορίας. Εδώ ο μύθος αποκαλύπτει το πιο κίβδηλο ιδεολόγημά του. Η σύνδεση των “φιλικών” προς το περιβάλλον προϊόντων με τη συνεχή και ανεμπόδιστη –εις το διηνεκές– ανάπτυξη είναι ένα πρόδηλο ψέμα. Πώς είναι δυνατόν οποιαδήποτε μορφή ανάπτυξης, η οποία εξ’ ορισμού σημαίνει τη διόγκωση και τη συσσώρευση του κεφαλαίου, να κινείται ανεμπόδιστα; Πώς μπορεί οποιαδήποτε μορφή εκμετάλλευσης να συγκεντρώνει πλούτο και να μην οδηγείται σε κρίση; Και ποιον άλλο μηχανισμό έχει ανακαλύψει ο “πράσινος” και “ειρηνικός” καπιταλισμός για να νικάει τις κρίσεις υπερσυσσώρευσης πέρα από την αλλαγή εκ νέου του τεχνολογικού παραδείγματος ή τον πόλεμο ως μαζική μηχανή καταστροφής;

Είναι κάτι παραπάνω από σαφές πως η μόνη ορατή λύση δεν είναι η πράσινη ανάπτυξη αλλά μια νέα διαδικασία προσανατολισμένη σε μία ποιοτική έννοια του πλούτου, δηλαδή μη οικονομική, που θα βάζει ως πρόταγμα την αντιστροφή της οικονομικής ανάπτυξης, τη συρρίκνωση της οικονομίας και θα αναθέτει κάθε ζωντανή ανθρώπινη ανάγκη στη διευθέτηση της πολιτικής συλλογικής απόφασης.